Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε συζήτηση για τη «βλακεία», είναι απαραίτητο να καθαρίσουμε το πεδίο ορισμού. Στη δημοτική χρήση, οι όροι συχνά συγχέονται, αλλά για μια αυστηρή ανάλυση απαιτείται διαχωρισμός.
Η ανοησία λοιπόν αποτελεί μια αθώα έλλειψη γνώσης. Ο ανόητος μοιάζει με άδειο τετράδιο, έτοιμο να γραφεί. Η χαζομάρα μπορεί να σημαίνει μια στιγμιαία απροσεξία ή μια εγγενώς περιορισμένη αντίληψη, χωρίς ωστόσο το επικίνδυνο στοιχείο. Η παραληρηματική συμπεριφορά και η ψυχιατρική διαταραχή εστιάζονται σε παθολογικές καταστάσεις, όπου ο ασθενής λειτουργεί με ένα συνεπές, αλλά εσφαλμένο σύστημα λογικής.

Ο βλάκας, αντιθέτως, λειτουργεί εντός των ορίων της κοινής λογικής. Η έλλειψη δεν αφορά απαραίτητα τη νοημοσύνη, αλλά την απούσα κριτική ικανότητα. Πρόκειται για μια ελαττωματική σχέση με την πραγματικότητα, μια άρνηση βασικών αρχών και μια εμφανή έλλειψη αυτογνωσίας. Ενώ ο ανόητος απλώς δεν γνωρίζει, ο βλάκας διαστρεβλώνει. Ενώ ο ψυχικά ασθενής αντιλαμβάνεται μια εναλλακτική πραγματικότητα, ο βλάκας την αγνοεί εντελώς, ή χειρότερα, την απλοποιεί με καταστροφικά για όλους αποτελέσματα.
Η Ιστορία λειτουργεί ως ο πληρέστερος αρχειακός τρόπος για τη μελέτη αυτού του φαινομένου. Του φαινομένου της βλακείας.
Συχνά, δεν είναι η αφήγηση της σοφίας, αλλά η τραγωδία που προκύπτει από βλακώδεις αποφάσεις και αντιδράσεις.

Πάρτε, για παράδειγμα, την ιστορία του Δούρειου Ίππου. Οι Τρώες αντί να εφαρμόσουν έναν απλό έλεγχο της πραγματικότητας, επέλεξαν να ερμηνεύσουν ένα γιγαντιαίο ξύλινο κατασκεύασμα ως δήθεν δώρο των θεών, παρασυρόμενοι από την υπερβολική αυτοπεποίθηση ότι είχαν νικήσει τους Έλληνες. Αυτή η συγκεκριμένη βλακεία, η άρνηση της πιθανής παγίδας, κόστισε την ίδια τους την ύπαρξη.

Ανεβαίνοντας χρονικά φτάνουμε στον Βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ’ της Γαλλίας. Η βλακεία του εντοπίζεται στην απόλυτη άρνηση των αιτιοκρατικών συνεπειών, πιστεύοντας ότι το θείο δικαίωμα τον καθιστούσε “άνοσο” στους νόμους της οικονομίας, μια στάση που κατέληξε στη Γαλλική Επανάσταση.

Στον εικοστό αιώνα, η γερμανική ανώτατη διοίκηση, ιδιαίτερα στο Ανατολικό Μέτωπο, παρουσίασε μια κλασική γνωστική και υπέρμετρη βλακεία. Παρά τις διαβεβαιωμένες πληροφορίες, αρνούνταν να αποδεχτούν την πλήρη κλίμακα της σοβιετικής δυναμικής, αποκαλώντας τα δεδομένα “αναξιόπιστα”. Αυτή η άρνηση προσαρμογής κόστισε εκατομμύρια ζωές και φυσικά την ήττα τους.
Στην σημερινή εποχή, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 σημαδεύτηκε από ένα μεγαλειώδες μνημείο συλλογικής βλακείας. Χιλιάδες οικονομολόγοι, απόφοιτοι κορυφαίων πανεπιστημίων δρούσαν με τυφλή υπερβολική αυτοπεποίθηση, πιστεύοντας ότι είχαν “εξουδετερώσει” το επενδυτικό ρίσκο μέσω μοντέλων που αγνοούσαν σκόπιμα την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ήταν μια υπέρτατη βλακεία σε συστημική κλίμακα.

Από ψυχολογικής πλευράς, το φαινόμενο τροφοδοτείται από γνωστικές προκαταλήψεις που λειτουργούν ως οχυρά άγνοιας. Το φαινόμενο Dunning-Kruger είναι η σημαία τους, όσο λιγότερο γνωρίζει κανείς, τόσο πιο σίγουρος είναι για τις γνώσεις του.
Αυτή η υπέρμετρα βλακώδης αυτοπεποίθηση εμποδίζει τη μάθηση, αφού ακυρώνει την απαραίτητη προϋπόθεσή της, δηλαδή την εξερεύνηση του άγνωστου. Ενισχύεται περαιτέρω από την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, όπου η πραγματικότητα περνά από φίλτρο που ευνοεί τα προϋπάρχοντα πιστεύω, και από τη γνωστική ακαμψία, που εμποδίζει την προσαρμογή ακόμα και όταν το τίμημα γίνεται “ηλίου φαεινότερο”. Φιλοσοφικά, η βλακεία αντιστρέφει το Σωκρατικό “Γνώθι Σαυτόν“. Είναι η άγνοια που αγνοεί τον εαυτό της, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα αμφισβήτησης. Παραβιάζει την “κατηγορική προσταγή” του Καντ, αφού ο βλάκας δρα χωρίς να σκέφτεται τις καθολικές συνέπειες, και αντιτίθεται στη Στωική Φιλοσοφία, απορρίπτοντας τη διάκριση μεταξύ ελέγχου και μη ελέγχου.
Ο πολιτισμός, δυστυχώς, συχνά λειτουργεί ως φυτώριο βλακών. Σε συστήματα όπου η υπακοή ανταμείβεται περισσότερο από την κριτική σκέψη, η βλακεία γίνεται η βέλτιστη στρατηγική επιβίωσης. Τα ψηφιακά μέσα, με αλγορίθμους δημιουργούν αντηχήσεις και ενισχύουν την προκατάληψη επιβεβαίωσης, λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές, δίνοντας φωνή στην πιο τολμηρή άγνοια χωρίς τα άμεσα κοινωνικά φίλτρα. Η κοινωνία επίσης συχνά εστιάζει την ευθύνη μόνο στο άτομο, αγνοώντας τα συστήματα που δημιουργούν και επιβραβεύουν τη βλακεία, αφήνοντας τα άτομα να υποφέρουν τις συνέπειες ενός συλλογικού προβλήματος.
Στον πυρήνα όμως αυτής της ανάλυσης βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση, η οποία αποτελεί και το νόημα του άρθρου αυτού.
“Δεν είναι κακό να είσαι βλάκας. Το κακό ξεκινά όταν το γνωρίζεις, θυμώνεις για αυτό, και κατόπιν εκτοξεύεις όλη σου την κακία και την απογοήτευση στους γύρω σου, χωρίς να κάνεις το ελάχιστο για να βελτιωθείς”.
Αυτή η συνειδητοποίηση, ή η άρνησή της, είναι που χωρίζει την απλή άγνοια από την ηθική μείωση. Η βλακεία μεταμορφώνεται από γνωσιακό ζήτημα σε χαρακτηρολογικό ελάττωμα όταν συνδυάζεται με απόλυτη απραξία και εσωτερικευμένη οργή. Η πράξη της βελτίωσης, ακόμα και αν είναι αργή και δυσάρεστη, είναι μια ηθική επιλογή. Η άρνησή της, και η μετατροπή της εσωτερικής ντροπής που νιώθει ο βλάκας, επειδή είναι βλάκας σε εξωτερικευμένη επιθετικότητα, είναι η πραγματική πηγή του κακού.
Συνεπώς, οι δρόμοι βελτίωσης δεν είναι απλές τεχνικές, αλλά πράξεις ηθικής ευθύνης.
Πρώτος και σημαντικότερος είναι ο σκόπιμος προσωπικός ορθολογισμός, η επίμονη, η άβολη επανεξέταση των δικών μας πεποιθήσεων και η συνεχής αναζήτηση της απάντησης στο «Τι μπορεί να κάνω λάθος;».
Δεύτερον, η επιλεκτική έκθεση, η ενεργητική αναζήτηση απόψεων και γνώσεων που προκαλούν και αμφισβητούν τις δικές μας αντιλήψεις, για να σπάσει το ηχώ της προκατάληψης και της επιβεβαίωσης.
Τρίτον, η ανάπτυξη της συμπόνιας, που ξεκινά από εμάς, για εμάς. Η αναγνώριση ότι η βλακεία είναι συχνά προϊόν άγνοιας και όχι εγγενές κακό, μας επιτρέπει να βλέπουμε την άγνοιά μας με λύπη και όχι με οργή, μειώνοντας την ανάγκη για την προβολή της σε τρίτους. Τέλος, η πρακτική της υπομονής, τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τους άλλους καθώς και η αυτοβελτίωση μας είναι μια αναγκαία διαδικασία και όχι μια στιγμιαία κατάκτηση. Το να αποδέχεσαι ότι θα αποτύχεις, ότι θα πεις ή θα κάνεις κάτι βλακώδες, και να συνεχίζεις να προσπαθείς, είναι ο πιο ισχυρός τρόπος να αφοπλίσεις τη δυναμική της κακίας που πηγάζει από την βλακεία. Υπό αυτό το πρίσμα, το αναγκαίο δεν είναι ταξινόμηση, αλλά η συνεχής αυτοπαρατήρηση, μια υπενθύμιση ότι το μεγαλύτερο κακό δεν είναι να μη γνωρίζεις, αλλά να επιλέγεις να παραμένεις στην άγνοια και να τιμωρείς τον κόσμο για αυτή.
