Η μελέτη αυτή είναι αφιερωμένη στον ΔΑΣΚΑΛΟ Θανάση Μουσόπουλο, που τόσο μας λείπει 🙁
Κανένα λογοτεχνικό έργο δεν άσκησε βαθύτερη και πιο πολύπλευρη επιρροή στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής πνευματικής παράδοσης από την Ιλιάδα του Ομήρου. Κατά τον 16ο αιώνα ο Όμηρος επέστρεψε στο κέντρο της διανοητικής ζωής της Ευρώπης με έναν τρόπο που δεν ήταν απλά φιλολογικός αλλά βαθύτατα μετασχηματιστικός. Η ανακάλυψη και ο πολλαπλασιασμός των χειρογράφων που ακολούθησαν την οθωμανική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453 είχε ανοίξει τον δρόμο για μια νέα άμεση επαφή με τα αρχαία ελληνικά κείμενα ενώ η εφεύρεση της τυπογραφίας επέτρεπε τη διάδοσή τους σε κλίμακα αδύνατη κατά την προηγούμενη εποχή.
Ο 16ος αιώνας αντιμετώπισε τον Όμηρο όχι ως μια ιστορική περιέργεια αλλά ως ζωντανή πηγή ηθικής φιλοσοφίας, στρατιωτικής σκέψης, πολιτικής θεωρίας και ποιητικής δημιουργίας. Οι μεγάλοι διανοούμενοι της εποχής από τον Έρασμο ως τον Ρονσάρ και από τον Μελάγχθωνα ως τον Σκαλίγιερο ανακάλυπταν στην Ιλιάδα ένα κείμενο που μιλούσε στις βαθύτερες ανησυχίες τους για τον πόλεμο, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη φύση της ηγεσίας και τα όρια της ανθρώπινης γνώσης απέναντι στη θεία βούληση.
Το κομβικό γεγονός που καθόρισε την τύχη του Ομήρου στον 16ο αιώνα ήταν η έκδοση της Ιλιάδας από τον Άλδο Μανούτιο στη Βενετία μεταξύ 1504 και 1517 ως μέρος των πρώτων έντυπων εκδόσεων αρχαίων ελληνικών και λατινικών κειμένων των Ομηρικών ποιημάτων. Ο Άλδος Μανούτιος (Aldus Manutius) ο οποίος είχε ήδη μεταμορφώσει την ευρωπαϊκή εκδοτική παράδοση με τις κομψές και προσιτές εκδόσεις του εντάσσει πλέον τον Όμηρο στη σειρά των κλασικών κειμένων που θα έπρεπε να ήταν διαθέσιμα και προσβάσιμα σε κάθε μορφωμένο Ευρωπαίο. Γύρω από τον Άλδο είχε συγκεντρωθεί στη Βενετία μια ομάδα Ελλήνων λογίων πολλοί εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη ή την κατεχόμενη Ελλάδα οι οποίοι έφεραν μαζί τους όχι μόνον χειρόγραφα αλλά και μια αδιαμεσολάβητη εξοικείωση με την ελληνική γλώσσα ως ζωντανή παράδοση.
Η σημασία αυτής της έκδοσης δεν ήταν απλά τεχνική. Δημιουργούσε για πρώτη φορά έναν κοινό λογοτεχνικό τοπίο γύρω από τον οποίο οι Ευρωπαίοι λόγιοι μπορούσαν να διαλεχθούν ανεξαρτήτου εθνικής ή θρησκευτικής προέλευσης. Οι Ευρωπαίοι πολίτες είχαν πλέον πρόσβαση στο ίδιο κείμενο ενώ κάθε νέο σχόλιο και κάθε νέα μετάφραση ακολουθούσε τη Βενετσιάνικη τυπογραφική παράδοση ως σημείο αναφοράς.
Ο Δεσιδέριος Έρασμος ο Ροτεροδάμος (Desiderius Erasmus Roterodamus) ο μεγαλύτερος ίσως ανθρωπιστής του 16ου αιώνα διατηρούσε μια σχέση με τον Όμηρο που ήταν συνάμα φιλολογική και βαθύτατα ηθική. Στα Adagia (έργα) του που επεκτεινόταν επί δεκαετίες και αποτελούσαν τον πιο διαδεδομένο τρόπο γνωμικών σοφίας στην Ευρώπη ο Έρασμος ανέτρεχε συνεχώς στην Ιλιάδα χρησιμοποιώντας της σαν πηγή ανεξάντλητης παιδαγωγικής σοφίας. Γνωμικά που είχαν εμπνευσθεί από Ομηρικούς στίχους έβρισκαν εκ νέου μια νέα ζωή σε σχέση με τις πολεμικές καταστροφές που σάρωναν την Ευρώπη.
Αλλά πιο αποκαλυπτική ήταν η ανάγνωση που πρότεινε ο Έρασμος στο Institutio Principis Christiani, (Εγχειρίδιο του Χριστιανού Ιππότη) το εγχειρίδιο για την ανατροφή του χριστιανού ηγεμόνα που αφιερώθηκε στον νεαρό Κάρολο τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄. Εκεί ο Έρασμος χρησιμοποιεί τον Αχιλλέα ως αντιπαράδειγμα, μιας και αντιπροσωπεύει την τυφλή οργή τον εγωκεντρισμό και την αδυναμία του ελέγχου των παθών που κάνουν έναν άνδρα τρομερό μαχητή αλλά άθλιο ηγεμόνα. Οι Ευρωπαίοι Βασιλιάδες της εποχής οφείλουν να αντλούν από την ομηρική παράδοση όχι το ηρωικό πρότυπο αλλά τη σοφία του Νέστορα την ευθύτητα του Τηλέμαχου και τη συνεκτική πολιτική φρόνηση που κρατά μια κοινότητα ενωμένη.
Η διαφορά αυτή μεταξύ του αχαϊκού ηρωισμού ως αρνητικού προτύπου και της Ομηρικής σοφίας ως ανεξάντλητης ηθικής πηγής αποτελούσε ένα από τα κεντρικά παράδοξα της ανθρωπιστικής πρόσληψης της Ιλιάδας. Ο Όμηρος ήταν συγχρόνως ο συγγραφέας της βίας και η Ιλιάδα του το βιβλίο της σοφίας και η προσπάθεια των λογίων να συμφιλιώσουν αυτές τις δύο διαστάσεις που γεννούσε μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές στρατηγικές του αιώνα.
Στη Γερμανία ο Φίλιππ Μελάγχθων (Philipp Melanchthon, 1497-1560) ο δάσκαλος της Γερμανίας όπως αποκαλούνταν έθεσε τον Όμηρο στο επίκεντρο του μεταρρυθμισμένου εκπαιδευτικού προγράμματος. Για τον Μελάγχθωνα η Ιλιάδα δεν ήταν απλά ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, αλλά μια εγκυκλοπαίδεια ηθικής γνώσης που εγγράφηκε σε ποιητική μορφή ακριβώς για να κάνει τη σοφία αλησμόνητη. Ακολουθώντας μια παράδοση που ανερχόταν στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ο Μελάγχθων υποστήριζε ότι ο Όμηρος υπήρξε ο πρώτος συστηματικός ηθικός διδάσκαλος της δυτικής παράδοσης προτού ακόμα η φιλοσοφία αναπτύξει τη δική της λογοτεχνική γλώσσα.
Τα πανεπιστήμια που ακολούθησαν τη μεταρρύθμιση υπό την καθοδήγηση του Μελάγχθωνα κατέστησαν τη μελέτη της Ιλιάδας στα Ελληνικά, αναπόσπαστο τμήμα της εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης. Οι φοιτητές διάβαζαν τον Όμηρο παράλληλα με τον Βιργίλιο έχοντας σκοπό να κατανοήσουν την ποιητική ανάπτυξη από την αρχαιοελληνική στη ρωμαϊκή παράδοση και συγχρόνως να αντιληφθούν πώς η υψηλή ποίηση μπορεί να λειτουργεί ως φορέας ηθικής παιδείας. Αυτό το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες διότι διαμόρφωσε γενιές και γενιές Προτεσταντών λογίων στις οποίες ο Ομηρικός κόσμος ήταν εξίσου οικείος με τη βιβλική αφήγηση.
Στον αντίποδα της ανθρωπιστικής αποθέωσης του Ομήρου εμφανίστηκε ο Ιούλιος Καίσαρ Σκαλίγιερ (Giulio Cesare della Scala, 1484–1558) ένας από τους πιο φλογερούς και αντιφατικούς κριτικούς λόγιους του αιώνα. Στο Poetices Libri Septem που εκδόθηκε μεταθανάτια το 1561, ο Σκαλίγιερ εξαπέλυε μια συστηματική κριτική κατά της Ομηρικής αριστείας υποστηρίζοντας ότι ο Βιργίλιος τον εμφάνιζε ανώτερο σε σχεδόν κάθε ποιητικό μέτρο. Η Αινειάδα κατά τον Σκαλίγιερ διόρθωνε τις αδυναμίες της Ιλιάδας καθιστούσε τους χαρακτήρες πιο ηθικά συνεκτικούς και το αφηγηματικό σχέδιο πιο αρχιτεκτονικά τέλειο.
Η σημασία αυτής της αντιπαράθεσης δεν έγκειται στο αν ο Σκαλίγιερ είχε δίκιο ή άδικο αλλά στο γεγονός ότι η Ιλιάδα ήταν πλέον αρκετά κεντρική στη λόγια συζήτηση ώστε να αξίζει τέτοια εκτεταμένη αντιπαράθεση. Ο Όμηρος δεν ήταν πλέον ένα απλό αντικείμενο σεβασμού αλλά ένα πεδίο αγώνα στο οποίο ορίζονταν τα κριτήρια της ποιητικής αριστείας. Η Querelle d’ Homère που θα εξελισσόταν στον 17ο αιώνα σε μια από τις μεγαλύτερες φιλολογικές αντιπαραθέσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας, είχε τις ρίζες της ακριβώς σε αυτές τις δεκαετίες του 16ου αιώνα.
Στη Γαλλία η σχέση με τον Όμηρο πήρε μια εντελώς διαφορετική μορφή. Ο Πιέρ ντε Ρονσάρ ο ηγέτης της Πλειάδας της ομάδας των Γάλλων ποιητών που επεδίωκαν να μεταμορφώσουν τη γαλλική ποίηση σε αντίπαλο των αρχαίων λογοτεχνιών επιχείρησε να δημιουργήσει μια Γαλλική εθνική επική ποίηση ισάξια της Ιλιάδας. Η Φραγκιάδα που ξεκίνησε να γράφεται τη δεκαετία του 1550 θα ήταν η Γαλλική απάντηση στον Όμηρο ένα εθνικό έπος που θα τοποθετούσε τους Γάλλους στη γενεαλογία των ηρωικών λαών που συνδέονταν με την Τρωική παράδοση.
Το έργο τελικά δεν ολοκληρώθηκε αλλά η προσπάθεια αυτή καθεαυτή αποκαλύπτει πόσο έντονα ο Όμηρος είχε εισχωρήσει στη λογική της εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας που αναπτυσσόταν τον 16ο αιώνα. Κάθε ευρωπαϊκό βασίλειο ήθελε να εντοπίσει τους δεσμούς του με την Ομηρική παράδοση και αυτή η παράδοση ήταν απόλυτα πλεγμένη με την ισχύ και τη δόξα που εικόνιζε η Ιλιάδα. Οι Τρωαδίτες πρόγονοι ήταν ακόμα μια αγαπημένη προσφυγή για τη νομιμοποίηση δυναστειών που έβλεπαν τον εαυτό τους ως διαδόχους της Ομηρικής ηρωικής τάξης.
Παράλληλα η ποιητική πρακτική του Ρονσάρ δείχνει πώς η Ιλιάδα τροφοδοτούσε τη λυρική ποίηση όχι μόνο το έπος. Σκηνές από τις μάχες του Αχιλλέα, χαρακτήρες όπως η Ελένη ή ο Πάρης και η μεγάλη Ομηρική αντίθεση ανάμεσα στην ομορφιά και τον όλεθρο διαπερνούσαν τα γαλλικά σονέτα και τις ωδές της εποχής δίνοντας στη νέα λυρική παράδοση βάθος και λεξιλόγιο που μόνο μια τόσο πλούσια αφηγηματική πηγή θα μπορούσε να προσφέρει.
Ο Αχιλλέας ως πολιτικός καθρέφτης
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ανάγνωσης της Ιλιάδας τον 16ο αιώνα ήταν η χρήση του Αχιλλέα ως πολιτικού αντικατόπτρου. Η οργή του Αχιλλέα με την οποία ανοίγει το επικό ποίημα και που τον οδηγεί να αποχωρεί από τη μάχη προκαλώντας καταστροφικές συνέπειες για τους συντρόφους του ήταν ένα θέμα που ο 16ος αιώνας σύγκρινε άμεσα, σε σχέση με τη δική του πολιτική πραγματικότητα.
Οι ηγεμόνες που αρνούνταν να συνεργαστούν με τους συμμάχους τους οι αριστοκράτες που έθεταν την προσωπική τιμή πάνω από το κοινό καλό και οι πόλεμοι που παρατείνονταν λόγω προσωπικών αντιθέσεων μεταξύ ηγετών όλα αυτά βρίσκονταν αποτυπωμένα στην Αχίλλεια σύγκρουση με τον Αγαμέμνονα. Πολιτικοί θεωρητικοί και σύμβουλοι ηγεμόνων αναφέρονταν σε αυτό το Ομηρικό παράδειγμα για να θέσουν ερωτήματα για τα όρια της πολεμικής αρετής για τη σχέση μεταξύ ατομικής δόξας και συλλογικής επιβίωσης και για τον ρόλο της συμβουλής και της πειθούς στη λήψη αποφάσεων από ισχυρούς αλλά ατίθασους ηγεμόνες.
Ο Όμηρος και η Θεολογική πρόκληση.
Η Ιλιάδα δεν ήταν ένα θεολογικά αθώο κείμενο. Οι Ολύμπιοι θεοί που παρεμβαίνουν ενεργά στη μάχη που παρακολουθούν τα ανθρώπινα δράματα με μεικτά συναισθήματα συμπάθειας και ιδιοτέλειας και που αντιπροσωπεύουν μια θεία εικόνα ριζικά ασύμβατη με τον χριστιανικό Θεό αποτελούσαν ένα σοβαρό πρόβλημα για τους χριστιανούς λόγιους που ήθελαν να αξιοποιήσουν τον Όμηρο.
Η λύση που προκρίθηκε κατά κανόνα ήταν η αλληγορική ερμηνεία. Ο Αθηνά η θεά της σοφίας που κατευθύνει τον Οδυσσέα ήταν η ανθρώπινη φρόνηση. Ο Ποσειδώνας που δονεί τη γη ήταν η φυσική δύναμη των στοιχείων. Η Αφροδίτη που προστατεύει τον Πάρη ήταν η επικίνδυνη δύναμη της αισθησιακής/ερωτικής έλξης που οδηγεί στην καταστροφή. Αυτή η αλληγορική ερμηνεία που είχε ξεκινήσει ήδη από την αρχαιότητα γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση τον 16ο αιώνα επιτρέποντας στους λόγιους να ενσωματώσουν τον Όμηρο στη χριστιανική εκπαιδευτική παράδοση χωρίς να αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν άμεσα τη θεολογική ασυμβατότητα.
Οι Προτεστάντες λόγιοι ήταν συχνά πιο επιφυλακτικοί σε αυτή τη στρατηγική προτιμώντας να διαβάζουν τον Όμηρο ως ιστορικό και ηθικό κείμενο παρά ως αλληγορία. Ο Μελάγχθων για παράδειγμα απέφευγε να προχωρεί σε εκτεταμένες αλληγορικές αναγνώσεις ενώ επέμενε στην άμεση ηθική αξία του επικού ποιήματος η οποία δεν χρειαζόταν αλληγορική μετάλλαξη για να αναδειχθεί.
Η Ιλιάδα και η Τέχνη του Πολέμου.
Σε έναν αιώνα συνεχών πολέμων που χαρακτηριζόταν από τις Ιταλικές εκστρατείες τις θρησκευτικές συρράξεις και τους αγώνες κατά της Οθωμανικής επεκτατικότητας η Ιλιάδα διαβαζόταν επίσης ως κείμενο στρατιωτικής σκέψης. Η ηρωική ηθική των Αχαιών πολεμιστών, η σημασία της τιμής, της δόξας και της αρετής στη μάχη, η περιγραφή της διεξαγωγής του πολέμου αποτελούσαν ηθικές κατηγορίες για έναν αιώνα που είχε αναπτύξει μια εκτεταμένη λογοτεχνία περί στρατιωτικής αρετής και πολεμικής πρακτικής.
Θεωρητικοί της στρατηγικής και συγγραφείς εγχειριδίων για τον ιδεατό αριστοκράτη και τον ηγεμόνα χρησιμοποιούσαν πολλά Ομηρικά παραδείγματα για να εξηγήσουν τη διαφορά μεταξύ αντρειοσύνης και παραφροσύνης μεταξύ ηρωικού θάρρους αλλά και της απερισκεψίας. Η Ιλιάδα πρόσφερε μια ανεξάντλητη πηγή εικόνων στρατηγικής και τακτικής αλλά πάνω απ’ όλα μια ανθρωπολογική μελέτη του πολεμιστή που συζητούσε τα ψυχολογικά κίνητρα τις κοινωνικές δεσμεύσεις και τα πάθη τα οποία οδηγούν τους ανθρώπους στη μάχη και που αποτελούσαν εξίσου επίκαιρο αναλυτικό εργαλείο τον 16ο αιώνα όσο και στην εποχή της Τρωικής πολιορκίας.
Ο Όμηρος ως Ευρωπαϊκή συνείδηση.
Εξετάζοντας συνολικά τη σχέση των Ευρωπαίων διανοούμενων του 16ου αιώνα με την Ιλιάδα αντιλαμβανόμαστε ότι ο Όμηρος λειτουργούσε ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Ήταν το φιλολογικό αντικείμενο που αντικατόπτριζε τη μεταρρυθμισμένη στάση έναντι των αρχαίων κειμένων, ήταν η ηθική πηγή που τροφοδοτούσε τη χριστιανική παιδεία, ήταν η ποιητική πρόκληση που απελευθέρωνε τη φαντασία των επικών ποιητών σε όλη την Ευρώπη, ήταν το πολιτικό κείμενο που δάνειζε τη γλώσσα και τα παραδείγματα για τη συζήτηση περί ηγεσίας και ισχύος και ήταν τελικά ένας κοινός τόπος της ευρωπαϊκής ταυτότητας που ξεπερνούσε θρησκευτικά σύνορα και εθνικές διαμάχες.
Αυτή η πολλαπλότητα των λειτουργιών της εξηγεί γιατί η Ιλιάδα παρέμεινε τόσο κεντρική στη λόγια συζήτηση σε έναν αιώνα τόσο ταραγμένο και πολύπλοκο όσο ο 16ος. Ο Όμηρος δεν χρησίμευε απλώς ως εκπαιδευτικό εργαλείο αλλά ως κατοπτρισμός των ίδιων των ερωτημάτων που συγκλόνιζαν την εποχή. Τι σημαίνει να είσαι ανδρείος σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από πόλεμο, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην ατομική δόξα και το κοινό όφελος, πώς συμφιλιώνεται η ανθρώπινη ελευθερία με τις υπεράνθρωπες δυνάμεις που διαμορφώνουν τη μοίρα μας και τι οφείλει ο ισχυρός σε αυτούς που εξαρτώνται από αυτόν. Σε αυτά τα ερωτήματα η Ιλιάδα δεν έδινε απαντήσεις αλλά κάτι πιο πολύτιμο, τη γλώσσα τα σχήματα και τα παραδείγματα μέσα από τα οποία η ευρωπαϊκή πνευματική παράδοση μπορούσε να θέσει ξανά τα ερωτήματά και την βάση της ύπαρξης της.
