Μια ψυχολογική, εγκληματολογική και φιλοσοφική ανάλυση της πιο άνανδρης πράξης εναντίον της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ο Ευριπίδης στο έργο του «Ηρακλής Μαινόμενος» (Ἡρακλῆς, περ. 416 π.Χ.) αποτυπώνει με τρομακτική ακρίβεια τη στιγμή της κατάρρευσης ενός ημίθεου που κάποτε υπήρξε σύμβολο δύναμης και αρετής. Ο Ηρακλής επιστρέφει από τον Άδη, έχοντας ολοκληρώσει τον δωδέκατο και τελευταίο άθλο του, νικητής απέναντι στον ίδιο τον θάνατο. Η Ήρα όμως στέλνει τη Λύσσα να του αφαιρέσει τον νου και εκείνος σκοτώνει τα παιδιά του και τη γυναίκα του Μεγάρα, νομίζοντας ότι χτυπά τους εχθρούς. Ο χορός και η τροφός παρακολουθούν αδύναμοι, περιγράφοντας την αγωνία. Όταν ο Ηρακλής ξυπνά από τη μανία του και συνειδητοποιεί την πράξη του, απαγγέλλει τους στίχους.
«ποῦ τις ἂν στρέψαι μ’ ἔπος λύπης ἐκβαλοῦσα καὶ δακρύων; γυναῖκά τ’ ἐμὴν ἔκτεινα καὶ τέκνα κτανὼν ἁγνοίᾳ τούτων δ’ οὐδὲν αἴτιος.»
«Πού θα μπορούσε κανείς να μου πει λόγια που να διώξουν τη λύπη και τα δάκρυά μου; Σκότωσα τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, με άγνοια των πράξεών μου, και για τίποτα από αυτά δεν είμαι ο αίτιος.»
Ο Ηρακλής ομολογεί, αλλά ταυτόχρονα αρνείται. Λέει «σκότωσα» και αμέσως λέει «δεν είμαι αίτιος». Αυτή η αντίφαση δεν είναι λογική ατέλεια, είναι η ψυχολογική αλήθεια ενός ανθρώπου που συνειδητοποιεί ότι τα χέρια του έπραξαν αυτό που ο νους του αρνείται να χωρέσει. Η Μεγάρα δεν αναφέρεται πλέον ως πρόσωπο, δεν υπάρχει ως παρουσία με όνομα και πρόσωπο, αλλά ως αντικείμενο της ομολογίας. Αυτή η απουσία ονόματος μέσα στην ομολογία είναι από μόνη της μια τραγωδία μέσα στην τραγωδία.
Ο μύθος του Ηρακλή και της Μεγάρας δεν είναι απλώς μια ιστορία θεϊκής κατάρας. Είναι ένα από τα πρώτα και πιο διεισδυτικά λογοτεχνικά ντοκουμέντα της ανθρώπινης τάσης να μετατοπίζει την ευθύνη, να λέει «έγινε» αντί να λέει «το έκανα». Ο Ευριπίδης γνώριζε ότι η Λύσσα δεν ήταν μόνο μια θεά. Ήταν μεταφορά για τη βία που αποκρύπτεται πίσω από εκστατικές καταστάσεις, πίσω από τη ζήλεια, τον θυμό και τον τρόμο της απώλειας.
Η Μεγάρα στον μύθο δεν έχει φωνή. Δεν γνωρίζουμε τι σκεφτόταν, τι ένιωθε, όταν αντίκρισε τον άνδρα της να την πλησιάζει ως εχθρό. Αυτή η σιωπή δεν είναι τυχαία στον Ευριπίδη, είναι πολιτικό σχόλιο. Η γυναίκα που δολοφονείται δεν έχει χρόνο να μιλήσει, και η αφήγηση ανήκει πάντα στον δράστη και στους γύρω του. Ακόμα και ο πόνος γίνεται πόνος εκείνου που σκότωσε, και όχι εκείνης που σκοτώθηκε.
Είναι επίσης σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι ο Ευριπίδης δεν αθωώνει τον Ηρακλή. Οι στίχοι που ακολουθούν είναι γεμάτοι ντροπή και απελπισία, και ο ήρωας που έφτασε στα βάθη του Άδη και επέστρεψε ζωντανός δεν μπορεί να επιστρέψει από αυτό που έπραξε. Κανείς δεν επιστρέφει από τη δολοφονία εκείνου που αγαπούσε, όπως επιστρέφει νικητής από έναν άθλο. Ο μύθος το ξέρει αυτό, και αυτό ακριβώς τον κάνει διαχρονικό.
Ο μύθος καθρέφτης του παρόντος.
Η γυναικοκτονία δεν γεννήθηκε στη νεωτερικότητα. Ο Ευριπίδης την έγραψε τον 5ο αιώνα π.Χ., και αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αναπόφευκτη. Σημαίνει ότι είναι βαθύτατα ριζωμένη σε ψυχολογικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που η ανθρωπότητα γνωρίζει εδώ και χιλιετίες, και που εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζει με την αποφασιστικότητα που της αξίζει.
Αυτό που ο Ευριπίδης ονόμασε Λύσσα, θεϊκή μανία, η σύγχρονη ψυχολογία το ονομάζει διαφορετικά ναρκισσιστικό τραύμα, έλλειμμα ενσυναίσθησης, παθολογική ζήλεια, αδυναμία αποδοχής της απώλειας ελέγχου. Τα ονόματα αλλάζουν, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Ένας άνθρωπος αδυνατεί να αντέξει την ελευθερία του άλλου και επιλέγει να την εξαλείψει. Αυτή η επιλογή, γιατί ακόμα και στη μέγιστη ψυχολογική ένταση η δολοφονία παραμένει επιλογή, είναι η ανανδρότερη πράξη που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος.
Η ζωή της Μεγάρας δεν επιστρέφεται, και αυτό είναι το μόνιμο δίδαγμα του μύθου: ότι η βία δεν αναιρείται ούτε από τη μεταμέλεια, ούτε από τον πόνο του δράστη. Αναιρείται μόνον εάν δεν συμβεί. Και αυτό είναι το έργο που αναλαμβάνει το άρθρο αυτό, να κατανοήσει τη ρίζα της βίας, ώστε αυτή να μην πάρει ποτέ σάρκα και οστά. Διότι η ζωή, η κάθε ζωή, είναι πολυτιμότερη από οποιαδήποτε μανία και οποιαδήποτε απώλεια ελέγχου.
Η ζωή είναι το υπέρτατο αγαθό που διαθέτει ο άνθρωπος. Δεν είναι απλώς μια βιολογική κατάσταση ούτε ένα σύνολο από ημέρες που αθροίζονται η μία μετά την άλλη. Η ζωή είναι η δυνατότητα της επιλογής η ελπίδα της αυριανής ημέρας η χαρά μιας ανατολής που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει από κανέναν. Κάθε ανθρώπινη ύπαρξη φέρει μέσα της μια αξιοπρέπεια απόλυτη και αναφαίρετη η οποία δεν εξαρτάται από το φύλο την ηλικία ή τη σχέση που διατηρεί με τους άλλους γύρω της. Αυτή η αξιοπρέπεια δεν είναι προνόμιο που χαρίζεται ούτε δικαίωμα που ανακαλείται. Είναι η ουσία του ανθρώπου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η γυναικοκτονία δεν αποτελεί απλώς ένα έγκλημα που καταγράφεται στα δικαστικά χρονικά. Αποτελεί μια ρήξη με τα θεμελιώδη αξιώματα του πολιτισμού μια πράξη που προσβάλλει όχι μόνο τη γυναίκα που χάνει τη ζωή της αλλά ολόκληρο το οικοδόμημα της ανθρώπινης συνύπαρξης. Είναι η πιο ακραία έκφραση εξουσίας πάνω σε ένα άλλο πρόσωπο και ταυτόχρονα η πιο ολοκληρωτική ήττα αυτού που τη διαπράττει. Διότι ο άνθρωπος που φτάνει να αφαιρέσει τη ζωή μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα δεν εκφράζει δύναμη. Εκφράζει μια τρομακτική αδυναμία να ζήσει δίπλα σε κάποιον που είναι ελεύθερος.
Η σοσιολόγος Diana Russell που ήταν από τις πρώτες επιστήμονες να κατονομάσει και να μελετήσει συστηματικά το φαινόμενο υποστήριξε ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε τη σεξουαλική πολιτική της δολοφονίας. Αυτή η αναγνώριση δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή. Είναι ηθική και κοινωνική αναγκαιότητα. Η γυναικοκτονία δεν είναι ατύχημα δεν είναι αποτέλεσμα ορμής της στιγμής και δεν είναι ανεξήγητη. Είναι η κορύφωση μιας νοοτροπίας που αντιμετωπίζει τη γυναίκα όχι ως πρόσωπο αλλά ως αντικείμενο κτήσης.
Η Ψυχολογία της Βίας. Μια πράξη δειλίας.
Η επιστήμη της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής έχει μελετήσει εκτεταμένα το προφίλ εκείνων που διαπράττουν γυναικοκτονία και τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά. Σε πρόσφατη μελέτη του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain Sciences το 2025 οι ερευνητές κατέδειξαν ότι οι δράστες γυναικοκτονίας εμφανίζουν συχνά ιστορικό παρακολούθησης και χρόνιας ενδοοικογενειακής βίας ενώ οι κυριότεροι εκλυτικοί παράγοντες είναι η ζήλεια το αίσθημα εγκατάλειψης και η αδυναμία αποδοχής της ελευθερίας της συντρόφου τους. Αυτοί οι παράγοντες δεν περιγράφουν έναν ισχυρό άνθρωπο. Περιγράφουν έναν άνθρωπο που τρέμει μπροστά στην αυτονομία του άλλου.
Ο ψυχαναλυτής Heinz Kohut μίλησε για το «ναρκισσιστικό τραύμα» ως κινητήριο δύναμη πίσω από τέτοιες πράξεις. Ο δράστης δεν σκοτώνει από αγάπη όπως κάποιοι επιχειρούν να δικαιολογήσουν. Σκοτώνει επειδή δεν αντέχει να δει κάποιον να ζει ελεύθερα χωρίς αυτόν. Η ψυχαναλύτρια σκέψη που ξεκινά από τον John Bowlby και τη θεωρία του δεσμού περιγράφει πώς η ανασφαλής προσκόλληση στην παιδική ηλικία μπορεί να δημιουργήσει ενηλίκους ανίκανους να ανεχθούν την ανεξαρτησία των άλλων. Αυτή όμως η ψυχολογική εξήγηση δεν αποτελεί δικαιολογία. Εξηγεί χωρίς να συγχωρεί.
Η εγκληματολόγος Anna Costanza Baldry στην κλασική της μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Frontiers in Psychology περιέγραψε τη γυναικοκτονία ως «απενεργοποίηση της αξιοπρέπειας της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου» με τη δολοφονία να είναι η ακραία μορφή αυτής της απενεργοποίησης. Αυτή η διατύπωση έχει βάθος που αξίζει να σταθούμε. Ο δράστης δεν καταστρέφει μόνο μια ζωή. Καταστρέφει την ίδια την έννοια του προσώπου αρνείται στη γυναίκα το δικαίωμα να υπάρχει ως αυτόνομη οντότητα με επιθυμίες σχέδια και μέλλον.
Αλληλοσεβασμός και κατανόηση. Τα θεμέλια της σχέσης.
Ο αλληλοσεβασμός δεν είναι μια ευγενική χειρονομία που προσφέρουμε ως δώρο στους άλλους. Είναι η ελάχιστη προϋπόθεση για να υπάρξει σχέση. Δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς σεβασμό ούτε σύντροφος χωρίς την αναγνώριση της ύπαρξης του άλλου ως ισότιμου ανθρώπου. Η φεμινίστρια φιλόσοφος Catharine MacKinnon έχει υποστηρίξει ότι η έμφυλη βία δεν είναι παρεκτροπή από έναν ισότιμο κόσμο αλλά αποτέλεσμα συστημάτων εξουσίας που ανατρέφουν άνδρες με την πεποίθηση ότι οι γυναίκες είναι υποδεέστερες. Αυτό σημαίνει ότι η λύση δεν είναι μόνο νομική. Είναι πολιτισμική και βαθιά εκπαιδευτική.
Η κατανόηση του άλλου δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε πάντα ούτε ότι δεν πονάμε όταν χωρίζουμε. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε το δικαίωμά του να πάρει αποφάσεις για τη ζωή του έστω και αν αυτές δεν μας αρέσουν έστω και αν πονάμε. Η ωριμότητα δεν μετριέται στα λόγια αλλά στην ικανότητα να ανεχόμαστε τον πόνο της αποδοχής χωρίς να τον μετατρέπουμε σε καταστροφή. Και αυτή ακριβώς η ωριμότητα λείπει από όσους καταλήγουν να ασκούν βία. Όχι δύναμη αλλά ανωριμότητα είναι το μέτρο τους.
Οι ψυχαναλυτικές σχολές σκέψης από τον John Bowlby ως τον Peter Fonagy που μίλησε για «έλλειμμα νοητοποίησης» στους δράστες έμφυλης βίας μας διδάσκουν κάτι ουσιαστικό: ο άνθρωπος που δεν μπορεί να φανταστεί τον εσωτερικό κόσμο του άλλου δεν μπορεί να τον σεβαστεί. Και ο άνθρωπος που δεν σέβεται είναι ήδη επικίνδυνος. Αυτό μας λέει ότι η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη κοινωνικής επιβίωσης.
Αλληλοσεβασμός των φύλων (Μια κοινή ευθύνη).
Η αντιμετώπιση της γυναικοκτονίας δεν είναι υπόθεση μόνο των γυναικών. Είναι κοινωνική υπόθεση και ευθύνη των ανδρών εξίσου. Η έρευνα των Corradi, Marcuello-Servós, Boira και Weil που δημοσιεύτηκε στο Current Sociology (2016) υπογραμμίζει ότι η γυναικοκτονία κατάφερε να μεταμορφώσει τη δημόσια συνείδηση και την πολιτική ακριβώς επειδή αντιμετωπίστηκε ως συλλογικό κοινωνικό φαινόμενο και όχι ως ατομική υπόθεση. Η αλληλοστήριξη των φύλων δεν είναι σλόγκαν. Είναι η ανάγκη να χτίσουμε μαζί κοινωνίες όπου η διαφορά δεν αποτελεί απειλή αλλά πλούτο.
Η έρευνα για την πρόληψη της έμφυλης βίας δείχνει ότι οι πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις είναι εκείνες που απευθύνονται ταυτόχρονα σε γυναίκες και άνδρες αμφισβητώντας πατριαρχικές αντιλήψεις και ενισχύοντας μοντέλα αμοιβαίου σεβασμού. Οι άνδρες που σέβονται τις γυναίκες δεν το κάνουν επειδή τους επιβλήθηκε. Το κάνουν επειδή κατανοούν ότι μια ελεύθερη γυναίκα δίπλα τους δεν τους αφαιρεί τίποτα. Τους δίνει έναν σύντροφο ισότιμο και αληθινό. Αυτή η κατανόηση είναι το αντίδοτο στη βία.
Η ψυχιατρική κοινότητα έχει επίσης τονίσει τη σημασία της κοινότητας στη διαχείριση του κινδύνου. Ο ψυχολόγος-εγκληματολόγος Raúl Aguilar Ruiz μελέτησε τους τύπους δραστών γυναικοκτονίας και κατέληξε ότι για πολλούς η παρέμβαση είναι δυνατή εφόσον γίνει έγκαιρα. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία έχει χρέος να μην αδιαφορεί για τα σημάδια να μην κλείνει τα μάτια στη βία που συμβαίνει δίπλα της και να στηρίζει ενεργά όσες γυναίκες ζητούν βοήθεια. Η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνέργεια.
Τι λέει για την γυναικοκτονία η επιστήμη;
Τα επιστημονικά δεδομένα είναι αδυσώπητα. Το περιοδικό PLOS Medicine δημοσίευσε το 2024 μελέτη των Chen Reis και Sarah Meyer η οποία κατέδειξε ότι η γυναικοκτονία παραμένει ένα από τα πιο ατεκμηρίωτα εγκλήματα παγκοσμίως ενώ η ρίζα της βρίσκεται στη μισογυνία και σε επιβλαβείς κοινωνικές νόρμες που διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά. Σε παγκόσμιο επίπεδο ένα πολύ μεγάλο ποσοστό γυναικοκτονιών διαπράττεται από τον σύντροφο ή τον πρώην σύντροφο εντός του χώρου που θεωρείται πιο ασφαλής για τη γυναίκα: το σπίτι της. Αυτό είναι από μόνο του μια σκληρή αποκάλυψη για τον τρόπο που οι κοινωνίες μας έχουν αντιμετωπίσει ιστορικά τη θέση της γυναίκας.
Η συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Science Direct το 2023 με θέμα τη σχέση ψυχικής υγείας και γυναικοκτονίας κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που αξίζει να επαναλαμβάνεται.
Η γυναικοκτονία είναι σύνθετο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο που δεν αναγάγεται σε μια μεμονωμένη ψυχική διαταραχή. Είναι το αποτέλεσμα ακραίας ζήλειας εμμονής αίσθησης κυριαρχίας και μισογυνικών στάσεων που συνδυάζονται με κοινωνικοπολιτισμικά περιβάλλοντα που δεν τα αμφισβητούν. Αυτό δεν αθωώνει τον δράστη. Τον εντάσσει σε ένα πλαίσιο και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε αυτό το πλαίσιο ευθέως.
Στη νομικο-φιλοσοφική διάσταση του ζητήματος η παντελής απουσία νομικής κωδικοποίησης της γυναικοκτονίας σε πολλές χώρες αποτελεί μια ηχηρή σιωπή. Όταν η νομοθεσία δεν ονομάζει ένα φαινόμενο επιτρέπει στους δράστες να κρύβονται πίσω από γενικόλογους νόμους περί ανθρωποκτονίας και στην κοινωνία να συνεχίζει να αντιμετωπίζει αυτές τις δολοφονίες ως «προσωπικές υποθέσεις».
Δεν είναι.
Είναι πολιτικές πράξεις βίας που αποστερούν από γυναίκες το δικαίωμα στη ζωή λόγω του φύλου τους.
Ποια κοινωνία όμως ωφείλουμε να παραδώσουμε;
Η γυναικοκτονία δεν είναι αναπόφευκτη. Δεν είναι «ανθρώπινη φύση» δεν είναι «πάθος της στιγμής» και δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους άλλους. Συμβαίνει σε κοινωνίες που επέτρεψαν στη βία να λανθάνει πίσω από τους τοίχους του σπιτιού και στη σιωπή να θεωρείται κατανόηση. Η απάντηση σε αυτό δεν είναι μόνο η αυστηρότερη ποινή αν και η ποινή έχει τη θέση της. Η απάντηση βρίσκεται στην ανατροφή γενεών που μαθαίνουν ότι ο άλλος δεν είναι ποτέ ιδιοκτησία σου ότι ο χωρισμός δεν είναι ταπείνωση και ότι η αγάπη χωρίς σεβασμό δεν είναι αγάπη.
Χρειαζόμαστε κοινωνίες που στηρίζουν ενεργά τη γυναίκα που ζητά βοήθεια. Κοινωνίες που δεν ρωτούν «τι έκανε» αλλά «πώς την προστατεύουμε». Κοινωνίες που εκπαιδεύουν τα παιδιά τους στον αλληλοσεβασμό με τον ίδιο τρόπο που τα εκπαιδεύουν στα μαθηματικά και τη γλώσσα γιατί χωρίς αυτό τίποτα άλλο δεν έχει αξία. Χρειαζόμαστε άνδρες που συμμαχούν με γυναίκες όχι από γενναιοδωρία αλλά γιατί κατανοούν ότι μια κοινωνία δικαιοσύνης τους ανήκει επίσης. Και χρειαζόμαστε θεσμούς που τολμούν να ονομάσουν τα πράγματα με το όνομά τους.
Η Simone de Beauvoir είπε κάποτε στο Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων κατά Γυναικών: «Χαιρετίζω αυτό το Δικαστήριο ως αρχή της ριζοσπαστικής αποαποικιοποίησης των γυναικών.» Αυτή η απο-αποικιοποίηση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Κάθε γυναίκα που χάνει τη ζωή της από τα χέρια ενός ανθρώπου που ισχυριζόταν ότι την αγαπά είναι υπενθύμιση ότι το έργο συνεχίζεται. Ότι ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής δεν είναι δεδομένος. Είναι κατάκτηση καθημερινή συλλογική και απαιτητική. Και είναι η μόνη αξία που αξίζει να αγωνιζόμαστε μαζί.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Koureta A. et al. (2025). Heterosexual Intimate Partner Femicide: A Narrative Review of Victim and Perpetrator Characteristics. Brain Sciences, 15(6), 589. Aristotle University of Thessaloniki.
Baldry A.C. (2018). Intimate Partner Violence and its Escalation Into Femicide. Frontiers in Psychology. Open Access.
Corradi C., Marcuello-Servós C., Boira S. & Weil S. (2016). Theories of Femicide and Their Significance for Social Research. Current Sociology. SAGE Publications.
Reis C. & Meyer S.R. (2024). Understudied and Underaddressed: Femicide, an Extreme Form of Violence Against Women and Girls. PLOS Medicine, PMC/NIH.
ScienceDirect (2023). Unveiling the Dark Nexus: A Systematic Review on the Interplay of Mental Health, Substance Abuse, and Socio-Cultural Factors in Femicide.
Russell D.E.H. (2021). My Years Campaigning for the Term Femicide. Dignity: A Journal of Analysis of Exploitation and Violence, Vol. 6, Iss. 5.
Aguilar Ruiz R. (2017). El Feminicidio: Diferencias entre el homicida antisocial y el normalizado. Boletín Criminológico, 23(23).
