Ήταν 22 Φεβρουαρίου του 1942. Σε ένα μικρό δωμάτιο στην ορεινή Πετρόπολις της Βραζιλίας, βρίσκεται νεκρός ένας άνδρας 60 χρονών και μία γυναίκα.
Δε θα μπορούσε να ήταν άλλος από τον Στέφαν Τσβάιχ, τον πιο διαβασμένο συγγραφέα της Γερμανίας, ο οποίος ως ανυπόδουλο πνεύμα δεν άντεξε την πνευματική κάθοδο της ανθρωπότητας.
Γεννημένος πριν 60 χρόνια, ο Τσβάιχ θα γινόταν ένας από τους διασημότερους συγγραφείς της εποχής του, διάσημος για τις νουβέλες και τα διηγήματά του. Ο ίδιος χαρακτηριζόταν από την ικανότητά του να εμβαθύνει στις ψυχοσυνθέσεις των ηρώων του, γεγονός που τον καθιστά εξαιρετικά αγαπητό και στο Ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
Υπήρξε ένας Εβραίος, όχι ιδιαίτερα φανατικός, ο οποίος προτιμούσε να εξευγενίζει την αγριότητα του πνεύματος μέσω της δημιουργίας.
Κατάφερε μέσω των διηγημάτων του Φόβος, Αμόκ και Σκακιστική νουβέλα να αποκτήσει φήμη μέχρι τα πέρατα της Γης και να εξαργυρώσει τις ατελείωτες ώρες δημιουργίας με πολλές βιβλιοθήκες που τις κοσμούν έργα του.
Πολλοί λίγοι συγγραφείς μπορούν να καυχηθούν ότι κατέκτησαν τόσο υψηλές βαθμίδες της δόξας όσο ήταν εν ζωή, όπως ο Στέφαν Τσβάιχ. Υπήρξε ένα φαινόμενο συγκριτικά με τους υπόλοιπους Γερμανούς και Γάλλους συγγραφείς της εποχής εκείνης.
Επίσης, έγινε γνωστός για τις βιογραφίες του, με τις οποίες επιχειρούσε ένα συγγραφικό ταξίδι στις ζωές προσώπων, ζωγραφίζοντας με λέξεις μικρές και μεγάλες στιγμές ανθρώπων και έχοντας την ικανότητα να ξεκλειδώνει τις ψυχές τους.
Το αδούλωτο πνεύμα του, αισθανόμενο την πνευματική παρακμή της Ευρώπης και την άλωσή της από το Ναζισμό, επέλεξε την αυτοθέλητη έξοδο από τη ζωή.
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε δειλό τον Στέφαν Τσβάιχ; Για κάποιους ναι. Αλλά, για άλλους θα μπορούσε να ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος που επέλεξε να αποχωρήσει, παρά να γίνει θεατής μίας ολοκληρωτικής εξαθλίωσης.
Θα μπορούσε να είναι ο ρομαντικός αυτόχειρας της λογοτεχνίας, ένας άνθρωπος που αντίκρισε το τέρας του Ναζισμού και στάθηκε απέναντί του. Επιλέγοντας την απουσία, παρά μία παρουσία μπροστά στην κυριαρχία ενός καθεστώτος…
