Αγαπώ τους γραφιάδες,
αυτούς
που θέλουν
να διηγούνται,
να εξιστορούν,
να δίνουν τα φώτα τους,
να βγάζουν από το σκοτάδι
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
να ξερνούν,
την ψυχή τους,
στο πεζοδρόμιο.
Σιχαίνομαι
αυτούς που έγραψαν
θέλοντας ν’ ανέβουν
σε βάθρο υλιστικό.
Που χαμογέλασαν
στην “τέταρτη εξουσία”
-και γενικά, στην εξουσία-
για να γίνουν αρεστοί,
όχι στους πολλούς
ή στους λίγους,
αλλά στις ελίτ
κάποιου αορίστου
“πνεύματος”.
Που έκρυψαν
-ενίοτε, άλλαξαν-
τη γνώμη τους
όχι γιατί
σε κάτι άλλο πίστεψαν,
αλλά γιατί στο “Άλλο”
πίστευε “η εποχή”
και “το ρεύμα”.
Που, ξαφνικά,
αγάπησαν “θεσμούς”,
που για ν’ ανέβουν σε “στέγες”
κλείσανε τη σκέψη
και την πίστη τους
“στο υπόγειο”.
Αυτούς που βάφτισαν
τον ατομικισμό “ελευθερία”,
το χρήμα “στόχο”,
τον κανιβαλισμό “ανταγωνιστικότητα”.
Που υποστήριξαν
τους αριθμούς
αντί το δίκιο των Ανθρώπων.
Που λάτρεψαν
το παντεσπάνι,
φτύνοντας το ψωμί.
Που υπερασπίστηκαν
τον αστακό τους
κι όχι την σούπα του γείτονα.
Που, το χωριό τους,
η μήτρα της μάνας τους,
αντικαταστάθηκε
από τη λήθη και την άρνηση.
Αυτούς, λοιπόν,
που οι λέξεις τους
-κι οι ίδιοι, ακόμη-
μετατράπηκαν σε νούμερα
πλάι στην ένδειξη
“διαθέσιμο υπόλοιπο”
όχι γιατί
το γραπτό
ήταν καλό,
από αξία,
αλλά γιατί
η γλώσσα ξεράθηκε,
το σάλιο στέρεψε
από την γεύση αυτής
που “ολοι έχουμε από μία”
-θυμήσου την παροιμία για τις απόψεις-
Σ’ εκδηλώσεις – παρτούζες,
ομαδικούς αυνανισμούς
που γίνονται,
την άλλη, κιόλας, μέρα,
θέμα σ’ έντυπο
από αυτά
που, στη σελίδα 4,
βρίζουν τον εργάτη
και την απεργία._
