Υπάρχουν ταινίες που δεν τις παρακολουθείς, τις βιώνεις. Το «Φρανκενστάιν» του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο είναι μια τέτοια εμπειρία. Δεν είναι απλώς μια νέα μεταφορά του μυθιστορήματος της Μαίρη Σέλλεϋ, είναι μια σπουδή πάνω στην εγκατάλειψη, μια ελεγεία για την ανάγκη του ανήκειν, μια ποιητική ανατομία της ψυχής που γεννιέται χωρίς αγάπη.
Το Πλάσμα, όπως το ενσαρκώνει ο υπέροχος Τζέικομπ Ελόρντι, δεν είναι τέρας, είναι παιδί. Είναι η σάρκα της μοναξιάς, το πρόσωπο της απόρριψης, η φωνή που δεν ακούστηκε ποτέ. Η ερμηνεία του είναι σχεδόν άφωνη, αλλά κάθε του βλέμμα είναι κραυγή. Δεν υπάρχει τίποτα γκροτέσκο στην παρουσία του, μόνο θλίψη. Μια θλίψη που δεν ζητά λύτρωση, αλλά μόνο κατανόηση.
Δεν γεννήθηκε τέρας, τον έκαναν οι άλλοι. Κι όμως, συνέχισε να αγαπά.
Σκέφτομαι τον Μπόρις Καρλόφ του 1931, με το τετράγωνο κεφάλι και τα καρφωμένα βλέφαρα. Εκείνο το Πλάσμα ήταν φόβος, μια απειλή που έπρεπε να εξουδετερωθεί. Η κοινωνία του τότε δεν είχε χώρο για το διαφορετικό, το απέκλειε, το έκαιγε, το έθαβε. Οι ταινίες του Χάμερ Στούντιο τη δεκαετία του ’60 πρόσθεσαν αίμα και υπερβολή, αλλά όχι ψυχή. Το Πλάσμα έγινε καρικατούρα, ένα εργαλείο τρόμου χωρίς βάθος.
Το 1994, ο Κένεθ Μπράνα προσπάθησε να δώσει φιλοσοφικό βάθος, με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο να ενσαρκώνει έναν πιο στοχαστικό χαρακτήρα. Η ταινία είχε φιλοδοξία, αλλά πνίγηκε στη θεατρικότητα και την υπερβολή. Το Πλάσμα ήταν πιο ανθρώπινο, αλλά όχι ακόμη αληθινό.

Ο Ντελ Τόρο κάνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Δεν ενδιαφέρεται για την επιστήμη, ούτε για το πείραμα, ενδιαφέρεται για την καρδιά. Το Πλάσμα του είναι ο πιο ανθρώπινος χαρακτήρας της ταινίας. Δεν σκοτώνει από μίσος, σκοτώνει από απελπισία. Δεν ζητά εκδίκηση, ζητά αγάπη. Και όταν αυτή του αρνείται, δεν γίνεται τέρας, γίνεται καθρέφτης μας.
Η σκηνοθεσία είναι ποιητική. Οι σκιές δεν κρύβουν, αποκαλύπτουν. Η μουσική δεν συνοδεύει, θρηνεί. Η φωτογραφία είναι σαν πίνακας του Καραβάτζιο, φως και σκοτάδι σε αιώνιο διάλογο. Και μέσα σε όλα αυτά, το Πλάσμα περπατά, κοιτάζει, αγγίζει, ελπίζει. Η κάμερα δεν το ακολουθεί σαν θήραμα, το παρατηρεί σαν παιδί που ψάχνει τη μητέρα του.
Ο Βίκτορ Φρανκενστάιν, όπως τον υποδύεται ο Όσκαρ Άιζακ, είναι ψυχρός, σχεδόν θεϊκός στην αλαζονεία του. Δεν είναι επιστήμονας, είναι δημιουργός που αρνείται την ευθύνη. Και αυτή η άρνηση είναι η αρχή της τραγωδίας. Γιατί το Πλάσμα δεν είναι δημιούργημα, είναι παιδί. Και κάθε παιδί που εγκαταλείπεται, πονά.
Το Πλάσμα δεν είναι φαντασία, είναι ο καθρέφτης μας. Ό,τι απορρίπτουμε, μας αποκαλύπτει.
Στον πυρήνα της ταινίας δεν υπάρχει τρόμος, υπάρχει τρυφερότητα. Το Πλάσμα μαθαίνει να περπατά, να μιλά, να αγαπά. Και κάθε φορά που του αρνούνται την αγάπη, δεν αντιδρά με μίσος, αντιδρά με πόνο. Είναι η πιο καθαρή μορφή τραγικού ήρωα, δεν φταίει για την ύπαρξή του, αλλά τιμωρείται γι’ αυτήν.
Και εδώ, στο τέλος, έρχεται η πιο σκληρή αλήθεια. Το Πλάσμα δεν είναι φαντασία, είναι αλήθεια. Είναι ο πρόσφυγας που δεν βρίσκει πατρίδα. Είναι το παιδί που γεννήθηκε σε λάθος οικογένεια. Είναι ο άνθρωπος που αγαπά χωρίς ανταπόκριση. Είναι όλοι όσοι κοιτάζουμε και δεν βλέπουμε. Όλοι όσοι γεννήθηκαν χωρίς να τους θέλουν. Όλοι όσοι ζουν στο περιθώριο, όχι επειδή είναι επικίνδυνοι, αλλά επειδή είναι διαφορετικοί.

Η σύγχρονη κοινωνία, με την ταχύτητα, την επιφανειακότητα και την ανάγκη για ομοιομορφία, δεν έχει χώρο για Πλάσματα. Τα απορρίπτει, τα στιγματίζει, τα απομονώνει. Και όμως, αυτά τα Πλάσματα είναι οι πιο αληθινοί καθρέφτες μας. Γιατί εκεί που εμείς φοράμε μάσκες, εκείνα δείχνουν το πρόσωπο τους. Εκεί που εμείς κρύβουμε τον πόνο, εκείνα τον φωνάζουν.
Το «Φρανκενστάιν» του Ντελ Τόρο δεν είναι απλώς μια ταινία, είναι μια υπενθύμιση. Πως ακόμη και το πιο παραμορφωμένο πρόσωπο μπορεί να κρύβει την πιο καθαρή καρδιά. Και πως, αν κοιτάξουμε αρκετά βαθιά, ίσως δούμε μέσα του τον εαυτό μας.
Μακράν το καλύτερο που κυκλοφόρησε μέχρι σήμερα (και ίσως το καλύτερο που θα κυκλοφορήσει ποτέ).
10/10
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.
