Μου μίλησες
για ανασφάλειες.
Φοβόσουν,
φοβήθηκα.
Σε κοίταξα.
δεν ξέρω αν
με κοίταξες κι εσύ.
Δεν απαντώ,
μα σκέφτομαι:
Αχ, και να μπορούσες να δεις,
τον εαυτό σου,
μέσα από τα δικά μου μάτια.
Πώς σε βλέπω εγώ.
Το πρόσωπο,
το σώμα σου,
τη σκέψη σου.
Το πώς φτιάχνεις τις εικόνες.
Το πώς αντικρίζω την αλήθεια
που εσύ νομίζεις ότι είναι ψέμα.
Την αλήθεια,
θα τη βρεις στα γραπτά,
κι ίσως και μ’ έναν πιο
μακάβριο τρόπο.
Αν το κεφάλι μου
στον τοίχο χτυπήσεις
κα τα μυαλά χυθούν έξω.
Μόνο εκεί,
δίπλα στο νεκρό σώμα,
στα μυαλά που κείτονται στο πάτωμα,
θα δεις να γράφεται,
πλάι στην άψυχη, πια, φαιά ουσία,
Η αλήθεια που ήθελα να πω,
κι εσύ, αρνήθηκες να ακούσεις._
Θησείο,
2/11/2024
