(Με αφορμή μία συζήτηση με τον Γιώργο Γραμματικό, τον Μάρτη του 2025)
«…γι’ αυτό να μην ξεχάσεις ποτέ ότι το βιβλίο σου εμείς, η παρέα, το γράψαμε. Να το θυμάσαι. Με αίμα, σπέρμα, ούρα και σκατά…»
Κώστας Μουρσελάς,
«Βαμμένα κόκκινα μαλλιά»
Νομοτέλεια: η γραφή, δεν μπορεί να «αποσυνθεθεί» από το συναίσθημα.
Κάποιοι, δεν μπορούν να γράψουν όταν δεν είναι καλά, όταν είναι ήρεμοι. Δεν τους βγαίνει αράδα.
Τους νιώθω.
Αν δεν «στάξουν», η αγωνία, τα λάθη σου, η απόγνωση, πάνω στο γραπτό, η σελίδα θα μείνει κενή.
Αν δεν ξεράσεις, την ψυχούλα σου, πάνω στο τετράδιο, αν δεν βουτήξεις το στυλό σου στα ίδια σου τα σκατά, δεν θα βγει τίποτε.
Θα βγει, απλά, μία έκθεση πανελλαδικών εξετάσεων, μια δημοσιοϋπαλληλική αναφορά, στείρα. Άρτια, αλλά κενή περιεχομένου.
Αντίδοτο η γραφή, φάρμακο ενάντια στην κατάθλιψη, κι ενάντια στον κακό σου εαυτό. Επιβίωση. Καταπραϋντικό για τη στέρηση, την απουσία, την απώλεια, τα προβλήματα.
Ένας λόγος που κρατιέσαι ζωντανός.
Ένα «αποκούμπι» μέσα στη μέση του ζόφου.
Κάτι το ζωντανό, και κάτι που σε κρατάει ζωντανό.
Μία διαδικασία εσωτερική, κι όχι ένας τρόπος να εντυπωσιάσεις ή να παραστήσεις κάποιον.
Ο αναπνευστήρας σου, ενώ κολυμπάς στα σκατά (ενώ είναι φτιαγμένος από τα ίδια σκατά).
Η μόνη, ίσως, διέξοδος._
