Είναι νύχτα, σε ένα πολυτελές διαμέρισμα της Βιέννης η βροχή χτυπάει με δύναμη το τζάμι.
Μέσα στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού ένας δραστήριος συνθέτης με ένα νεανικό και ασθενές σώμα, σκέφτεται ποια θα είναι η επόμενη σύνθεσή του.
Η ζωή θα του απαντούσε σύντομα την απορία του. Ένα χτύπημα στην πόρτα διακόπτει την περισυλλογή του.
Στις 17 Ιουλίου του 1791, ο ιδιοφυής Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ θα δεχόταν μία πρόταση η οποία θα αποτελούσε προμήνυμα του δικού του τέλους.
Ο Γιόχαν Πούχμπεργκ, έμπορος του ίδιου, ήθελε να του ζητήσει να γράψει τη μουσική μίας νεκρώσιμης ακολουθίας, για λογαριασμό του κόμη Φραντς Βάλτσενγκ – Στούπαχ.
Η αμοιβή του θα ήταν μεγάλη, σε αυτό διαδραμάτισε ρόλο το γεγονός ότι ο κόμης θα παρουσίαζε το έργο ως δικό του δημιούργημα.
Κάτι δυνατό ήταν τότε που χτύπησε την καρδιά του μεγάλου μαέστρου. Όχι, δεν ήταν η βροχή που είχε δυναμώσει ακόμα περισσότερο. Ήταν ένα δυνατό προαίσθημα που φώναζε μέσα του ότι αυτό είναι μία προφητεία και του δικού του τέλους.
Ο Μότσαρτ δεν μπορούσε να αρνηθεί, όσο και αν ένοιωθε αυτή τη δυνατή αρνητικότητα. Αν και είχε αποκτήσει ευμάρεια, η κακή οικονομική του κατάσταση τον οδήγησε να είναι πάλι καταχρεωμένος και με πολλά αδιέξοδα.
Ήταν χρεωμένος ακόμα και στον ίδιο τον μεσολαβητή, ήταν πνιγμένος από παντού…
Το προαίσθημά του βγήκε αληθινό, με τον ίδιο τον ιδιοφυή συνθέτη να φεύγει από τη ζωή πέντε μήνες μετά την ανάθεση του ίδιου.
Το Ρέκβιεμ, το κύκνειο άσμα ενός μάγου της κλασικής μουσικής, έμελλε να είναι η τελευταία σύνθεσή του. Το δικό του χέρι πρόλαβε να γράψει μόνο πέντε λεπτά, με την υπόλοιπη μελωδία να είναι δημιουργημένοι από μάθητές του. Οι οποίοι προσπάθησαν να μιμηθούν τη διάνοιά του και να γράψουν μία σύνθεση αντάξια της μνήμης του…
Το Kirie και η Lacrimosa, οι δύο μοναδικές συνθέσεις του ιδιοφυούς συνθέτη, καταλαμβάνουν τα πέντε λεπτά από μία σύνθεση πενήντα ολόκληρων λεπτών.
