Τελευταία, πολύ συχνά, στα πόδια μου μπλέκεται ο Ουμπέρτο Έκο. Εξετάζοντας κεφάλαια της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στο τμήμα Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στο Λύκειον Ελληνίδων Ξάνθης, πρόσφατα (στις 22 Νοεμβρίου 2022), θεώρησα απαραίτητο να αξιοποιήσω και παρουσιάσω ένα γενικότερης εμβέλειας κείμενο του Ουμπέρτο Έκο. Το κείμενο αυτό αποτελεί την εισαγωγή στον πρώτο τόμο της σειράς Ιστορία της Φιλοσοφίας, σε επιστημονική επιμέλεια του ίδιου του Ουμπέρτο Έκο και του Ρικάρντο Φεντρίγκα. Μας δόθηκε έτσι η ευκαιρία να πούμε λίγα στοιχεία τιμώντας τη μεγάλη προσφορά του Έκο.
Θα επαναλάβω στο σημερινό κείμενο ελάχιστα εργοβιογραφικά στοιχεία, μια και το κύριο μέρος του σημερινού κειμένου αναφέρεται σε κάποια άλλα θέματα, όπως δηλώνεται από τον τίτλο του άρθρου μου.
Ο Ουμπέρτο Έκο (ιταλ.: Umberto Eco, 5 Ιανουαρίου 1932 – 19 Φεβρουαρίου 2016) ήταν Ιταλός σημειολόγος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος. Ακολούθησε σπουδές Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας και Λογοτεχνίας, από το 1962 ως το τέλος του 1970 ανέπτυξε τη δική του θεωρία στη Σημειολογία. Σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός καθηγητής από το 1965, το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Σημειολογικών Μελετών, ενώ από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Μέσα στη δεκαετία του ’70, άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματά του, κάνοντας την αρχή με «Το ‘Ονομα του Ρόδου», που τιμήθηκε με το βραβείο Strega το 1981 και το Medicis Etranger το 1982, ενώ πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Τα λογοτεχνικά και επιστημονικά του κείμενα είναι πάρα πολλά, αρκετά είναι μεταφρασμένα και στη γλώσσα μας. Λέγεται ότι το επώνυμο Έκο είναι το αρκτικόλεξο των λατινικών λέξεων Ex Caelis Oblatus, που σημαίνει «θεϊκό δώρο». Ο Έκο γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, τις οποίες χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Από την αρχή της καριέρας του έως τον θάνατό του κέρδισε πολλές τιμητικές διακρίσεις και είχε δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες.
Αφορμή αυτού του άρθρου είναι το βιβλίο «Κατασκευάζοντας τον Εχθρό και άλλα περιστασιακά κείμενα», μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη, εκδ. Ψυχογιός, σελ. 408, 2011. Πολύ χαρακτηριστικά διαβάζουμε στο Οπισθόφυλλο:
«Ο πραγματικός τίτλος αυτής της συλλογής θα έπρεπε να είναι ο υπότιτλός της, δηλαδή “Περιστασιακά κείμενα”. Αυτό που καθόρισε την τελική επιλογή ήταν απλώς η δικαιολογημένη ανησυχία του εκδότη ότι ένας τίτλος τόσο πομπωδώς μετριόφρων δε θα τραβούσε την προσοχή του αναγνώστη. Τι είναι ένα περιστασιακό κείμενο και ποια τα προτερήματά του; Κανονικά, ο συγγραφέας ούτε που σκεφτόταν ότι θα χρειαζόταν να ασχοληθεί μ’ ένα συγκεκριμένο θέμα, αλλά κατέληξε εκεί ύστερα από την πρόσκληση σε μια σειρά συζητήσεων ή δοκιμίων με ορισμένο περιεχόμενο. Αυτό τον οδήγησε να στοχαστεί πάνω σε κάτι που, υπό άλλες συνθήκες, θα είχε παραβλέψει – και συχνά ένα θέμα που μας υπαγορεύεται απ’ έξω αποδεικνύεται πιο γόνιμο από ένα άλλο που γεννιέται μέσα μας από κάποια ιδιοτροπία. Ιδού λοιπόν μια σειρά από περιστασιακά κείμενα σχετικά με το Απόλυτο, τους λόγους που μας ωθούν να κλαίμε για τη μοίρα της Άννας Καρένινα, τους θησαυρούς των καθεδρικών ναών, τον Βικτόρ Ουγκό, την τύχη ή την ατυχία του Τζόις κατά την εποχή του φασισμού, την υπόθεση Wikileaks κ.ά. Η επιλογή του τίτλου του πρώτου κειμένου ως βασικού τίτλου του βιβλίου δεν είναι πάντως τυχαία, δεδομένου ότι Εχθροί πρέπει να εφευρίσκονται συνεχώς και να παρουσιάζονται με τρόπο απεχθή και τρομακτικό, προκειμένου να κρατιούνται “αιχμάλωτοι” οι λαοί».
Παρουσιάζοντας το βιβλίο (Το Ποντίκι, 8/3/12) ο Ξενοφών Μπρουντζάκης τονίζει «τη συντριπτική ικανότητα του συγγραφέα να αναδεικνύει στα θέματά του αφανείς λεπτομέρειες και να τους χαρίζει αδιανόητες προεκτάσεις. Εξάλλου αυτός είναι ο Εκο!», ενώ συμπληρώνει ότι «τα κείμενα αυτά, των οποίων ο συνδετικός κρίκος αλλά και η γοητεία οφείλονται στο συμπτωματικό, αποκτούν εκτός των άλλων κι έναν ψυχαγωγικό χαρακτήρα».

Θα αναφέρω τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα από το βιβλίο. Σε ένα από τα κείμενα με τίτλο «Θαυμάζοντας Θησαυρούς», ανάμεσα στα άλλα «θαυμαστά» συνάντησα μια παράγραφο που παρουσιάζω στη συνέχεια, και που τη θυμήθηκα διαβάζοντας το νέο έργο του Χρήστου Μιχαλόπουλου «Μνήμη αντικειμένων στην Ιστορία – Το παράδειγμα της σπάθης του Παλαιολόγου» (2022), σελ. 67.
Γράφει ο Έκο: «Όταν επισκεπτόμαστε ένα θησαυρό, δεν είναι ανάγκη να πλησιάζουμε τα λείψανα με επιστημονική διάθεση, γιατί κινδυνεύουμε να χάσουμε την πίστη μας, καθώς ο θρύλος λέει ότι κατά τον 12ο αιώνα, σε ένα ναό της Γερμανίας φυλασσόταν η κάρα του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή σε ηλικία 12 ετών». Αναφέρει και άλλα σχετικά, καταλήγοντας με τη διατύπωση ότι «Δεν είναι το λείψανο που κάνει την πίστη, αλλά η πίστη που κάνει το ιερό λείψανο».
Παρουσιάζοντας αυτές τις μέρες το μυθιστόρημα του Ηλία Μωραΐτη «Το σύνδρομο του Μεσσία», ξαναθυμήθηκα το βιβλίο του Έκο, που στο κείμενο «Hugo, Hélas! Η ποιητική της υπερβολής» διαβάζουμε:
«Σε μια ιστορία δρουν βεβαίως οι συντελεστές, αλλά οι συντελεστές ενσαρκώνουν Ενεργούς Παράγοντες, αν θέλετε αφηγηματικούς ρόλους, μέσω των οποίων μπορεί να περάσει ο συντελεστής, πιθανόν αλλάζοντας τη λειτουργία του μέσα στη δομή του μύθου» – «Κάθε άτομο και κάθε αντικείμενο […] δεν εκπροσωπεί τον εαυτό του, αλλά τις μεγάλες δυνάμεις που είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος».
Τρίτο παράδειγμα, που μου έκανε τρομερή εντύπωση προέρχεται από το κείμενο «Veline* και σιωπή»
[* «γλάστρα»]. Θαυμάσιο και επίκαιρο κείμενο. Ένα δείγμα:
«Μόνο μες στη σιωπή λειτουργεί το μοναδικό και πραγματικό ισχυρό μέσο πληροφόρησης που είναι το μουρμουρητό. Κάθε λαός, ακόμα και καταπιεσμένος από τον πιο λογοκριτικό τύραννο, κατάφερνε ανέκαθεν να μαθαίνει όσα συνέβαιναν στον κόσμο χάρη στο μουρμουρητό. Οι εκδότες ξέρουν ότι τα βιβλία που έγινα μπεστ σέλλερ δεν τα κατάφεραν χάρη στη διαφήμιση ή στη λογοκρισία, αλλά […] από στόμα σε στόμα: τα βιβλία φτάνουν στην επιτυχία μόνο χάρη στο μουρμουρητό».
Όταν ανεχώρησε από τη ζωή στις 19 Φεβρουαρίου 2016 ο ‘Εκο, η La Repubblica είχε τον τίτλο «Addio a Umberto Eco, l’uomo che sapeva tutto», δηλαδή «Αποχαιρετισμός στον Ουμπέρτο Έκο. Ο άνθρωπος που ήξερε τα πάντα». Δεν θεωρώ υπερβολική τη διαπίστωση της εφημερίδας.
Θα ρθούμε για λίγο στη χώρα μας. Είχε επισκεφθεί την Ελλάδα, ενώ με πρόταση του τότε καθηγητή Φιλοσοφίας Θεοδόση Πελεγρίνη, ο Ουμπέρτο Έκο ανακηρύχθηκε επίτιμος Διδάκτωρ του Τμήματος Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Μάρτιο του 1995. Ο Θ. Πελεγρίνης είχε προσφωνήσει τον τιμώμενο με θέμα «Ο Ουμπέρτο Εκο βλέποντας τον κόσμο από την προοπτική του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης», ενώ ο Εκο στη συνέχεια είχε μιλήσει με θέμα: «Πανεπιστήμιο και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης».
Ωραίες και διαφωτιστικές – ουσιαστικές – είναι δημοσιεύσεις για τη σχέση του Ουμπέρτο Έκο με τον Αγιονόρος. Σε δημοσίευμα της Κατερίνας Χουζούρη πληροφορούμαστε ότι «Πριν τη συγγραφή του βιβλίου «Το όνομα του Ρόδου», το 1988 επισκέφθηκε την Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου και τη Βιβλιοθήκη της, όπου φυλάσσεται ο κώδικας «Γεωγραφία Κλαύδιου Πτολεμαίου», ένα από τα σπανιότερα χειρόγραφα παγκοσμίως, που χρονολογείται στα τέλη του 13ου με αρχές του 14ου αιώνα και περιλαμβάνει τις ενότητες «Η Γεωγραφική Υφήγησις» του Κλαύδιου Πτολεμαίου, η «Χρηστομάθεια εκ των Γεωγραφικών του Στράβωνα» και τα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα.
Για την επίσκεψη του Ουμπέρτο Έκο στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, έγραφε ο Θεόδωρος Ιωαννίδης, (στο τεύχος 33, Δεκέμβριος 1988), στο περιοδικό «Το Τέταρτο»: «…. Στο λιμανάκι της Δάφνης βρισκόμαστε ακόμη στον έξω κόσμο. Τον δικό μας. Όταν, όμως, μετά την τελευταία στροφή του ανηφορικού δρόμου βλέπουμε τη Μονή της Σιμωνόπετρας, καταλαβαίνουμε ότι σύντομα θα πρέπει να δεχτούμε πως εδώ ισχύουν κάποια άλλα, διαφορετικά μέτρα.
Στους εξώστες του μοναστηριού μπορείς να μείνεις ώρες σιωπηλός ή να παρασυρθείς σε ατέλειωτες φλυαρίες. Κι ο Ουμπέρτο, πολύγλωσσος και συνήθως λαλίστατος, κουβεντιάζει με τους μοναχούς προσπαθώντας, μέσα στον ελάχιστο δυνατό χρόνο να γνωρίσει όσο το δυνατόν περισσότερα. Κι όπως είναι φυσικό, σε μια συζήτηση που γίνεται χωρίς κανένα πρόγραμμα και που τα θέματα της ξεκινάνε από το αλάθητο του πάπα και φτάνουν στο Μάη του ’68, θα ξεπροβάλει κάποια στιγμή και το θέμα που πάντοτε τον γοητεύει: οι αιρέσεις. Και, τελείως αυθόρμητα, θα του «ξεφύγει» ότι στο νέο του βιβλίο (το Εκκρεμές) υπάρχουν και αρκετές σελίδες αφιερωμένες σ’ αυτό το θέμα».
Πληροφορούμαστε λεπτομέρειες από την επίσκεψη στη Μονή Ιβήρων και στο κονάκι της Σιμωνόπετρας.
«Σχολιάζει με την ίδια σεμνότητα τις απόψεις του Αγίου Αυγουστίνου ή του Θωμά του Ακινάτη και τις καθημερινές μας μικροαπορίες. Οι μοναχοί δοκιμάζουν το ρακί — που τόσο άρεσε στον Ουμπέρτο Έκο — όταν το φτιάχνουν. Δεν πίνουν, όμως, γιατί το οινόπνευμα αλλοιώνει τη σκέψη τους. Κι όσο για τις ανησυχίες του διάσημου καθηγητή σχετικά με το επίπεδο συντήρησης και διαφύλαξης των πολύτιμων χειρογράφων, τις θεωρεί σχεδόν αδικαιολόγητες. Η παράδοση δεν σώζεται συντηρώντας τους κώδικες ή τις εικόνες και προβάλλοντας τους θησαυρούς με στόχο την άγρα τουριστών. Μια τέτοια παράδοση δεν ενδιαφέρει. Η ζωντανή παράδοση, η μόνη που αξίζει να περισωθεί, βρίσκεται μέσα στον κάθε μοναχό, μια και ο καθένας έχει μέσα του, ζωντανό, τον Ναζωραίο…».
Ας έχουμε στο μυαλό μας αυτό που είπε ο Ουμπέρτο Έκο:
«Η Σημειολογία είναι η επιστήμη που μελετά οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ειπωθεί ένα ψέμα».
Λέει αλήθεια ή ψέματα;
ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΞΑΝΘΗ, 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2023
