Αναρριχιότανε τρεις μήνες και δυο μέρες
στο βουνό και στην ψυχή του μέσα,
μέχρι να βρει νερό,
το σχήμα τού ανθρώπου,
το Θεό
και μιαν απάντηση.
Κουράστηκε
κι όταν σταμάτησε να ψάχνει
και κόπασε η λαχτάρα του,
ήταν που φούντωσε στα μάτια του
η ίδια η απαράμιλλη, ακατάσβεστη αλήθεια.
Βρήκε στο τίποτα τα πάντα.
Στην παύση του ζωή.
Άκουγε τη γης και το ποτάμι
πως ολοένα αντάμωναν κι αφήνονταν
και μελωδούσαν τον καιρό τους:
το άγγιγμα,
τον οργασμό,
τον σπαραγμό του αντίο.
Κάθε φορά, άλλη φορά, ποτέ ξανά η ίδια.
Όπως τα δυο παρθένα σώματα
που σμίγουν μια φορά και μόνη.
Κι απλώνονταν γύρω του ο Θεός
κι αυτός Τον άφηνε στο σώμα του ν’ ανθίζει.
Και σιώπησε ν’ ακούσει και να δει την ησυχία Του,
που σφύριζε και έρρεε και θρόιζε
και ήταν Άφθονος μαζί και Απέριττος.
Κι αυτός μες στη δική του τώρα ησυχία,
ακατάπαυστα λευτερωνόταν,
μυστικά γινότανε Θεός,
απαντούσε στη δίψα του με φως.
