Παρασκευή μεσημέρι: Η ματαίωση. Όλα ήταν όπως τα είχα προβλέψει στα 25 μου. Μαύρα, μάταια και πεθαμένα. Ο κήπος μου κόπηκε μέσα σ’ ένα βράδυ μαζί με τα χέρια που τον φρόντιζαν. Κόπηκε από μέσα, κρυφά κι ανυποψίαστα. Κάποιο δέντρο. Ή μια πέτρα. Περιφερόμουν χωρίς τα χέρια μου για μήνες. Με σκότωσαν οι αγκαλιές που δεν ξανάδωσα. Η πέτρα γύρεψε κι άλλους κήπους, αλλά όπου πήγαινε η ίδια ήταν. Άλλους τους έκοψε κι άλλους τους έκαψε. Να διώξει όλα τα ίχνη τού εαυτού που δεν ξανάθελε. Χρόνια μετά έγινε σκόνη‧ αργά και βασανιστικά σε μιαν ακτή, μετρώντας σε κύματα όλα…
Συντάκτης: Ειρήνη Τσέλλου
«Είμαι» (Κι όταν κατάλαβα ότι είμαι όλα, ησύχασα, συγχώρεσα εσένα, εμένα, ό,τι πέρασε και θά ρθει.) Έγινα πέτρα και το κύμα που την τρώει. Έγινα φάρος, χιονοθύελλα κι ορμή που παρασέρνει ό,τι εμποδίζει εμένα, αυτό που θέλω εγώ, εγώ, για μένα. Έγινα μάνα, παιδί, γυναίκα, βιαστής και βιασμένος. Έγινα γέρος και παιδεραστής. Έγινα γράμμα, λέξεις, χρώματα ξεχωριστά χωρίς φωνή. Ενώθηκα. Έγινα μουσική. Έγινα έκρηξη, σκόρπισα θάνατο. Έγινα σφαίρα και λουλούδι στα ίδια χέρια. Έγινα άλλος από μένα και έλεγα ποιος είμαι εγώ; τι είναι το εγώ; Γιατί σκοτώνω αφού αγαπώ; Πώς να σκοτώσω αφού αγαπώ; Θεός, διάβολος, σύννεφο που φούσκωσε…
Γεια. Είναι έξη το ξημέρωμα κι είμαι στο ίδιο μικροσκοπικό διαμέρισμα που μ’ άφησες δυο μήνες πριν· στη συνοικία της Κυψέλης. Ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου, γιατί άκουγα ξανά τη λούπα της απόγνωσης στ’ αφτιά μου. Τον ήχο των κλειδιών, των παπουτσιών σου και τη φασαρία της παρουσίας σου. Η ίδια μελωδία της επιστροφής σου, που ακούω κάθε βράδυ, μα που δεν άκουσα τελικά ποτέ. Σηκώθηκα να πιώ νερό και να σου γράψω μερικές κουβέντες που τριβελίζουν το κεφάλι μου κι άμα το πάρω απόφαση, θα σου τις στείλω ν’ αλαφρώσω· να θυμηθείς κι εσύ, αν ξέχασες, ότι ήσουν κάποτε…
Αναρριχιότανε τρεις μήνες και δυο μέρες στο βουνό και στην ψυχή του μέσα, μέχρι να βρει νερό, το σχήμα τού ανθρώπου, το Θεό και μιαν απάντηση. Κουράστηκε κι όταν σταμάτησε να ψάχνει και κόπασε η λαχτάρα του, ήταν που φούντωσε στα μάτια του η ίδια η απαράμιλλη, ακατάσβεστη αλήθεια. Βρήκε στο τίποτα τα πάντα. Στην παύση του ζωή. Άκουγε τη γης και το ποτάμι πως ολοένα αντάμωναν κι αφήνονταν και μελωδούσαν τον καιρό τους: το άγγιγμα, τον οργασμό, τον σπαραγμό του αντίο. Κάθε φορά, άλλη φορά, ποτέ ξανά η ίδια. Όπως τα δυο παρθένα σώματα που σμίγουν μια φορά και…
Ξύπνησα νωρίς, πριν καν ανάψει ο Θεός τα φώτα. Όλη τη νύχτα έψαχνα στον ύπνο μου, τον τρόπο να σωθώ από τη λούπα που έχω πέσει εδώ και μήνες. Τίποτα δεν κατάφερα. Ξυπνούσα κάθε λίγο ιδρωμένη κι όταν έστυβα τα ρούχα μου ακόμα στάζαν ραθυμία. Κάποτε άνοιξα τα μάτια μου γιατί κουράστηκα να ψάχνω στην αδράνεια τη δράση, κι ήταν άσκοπο. Τεντώθηκα να διώξω τη νωθρότητα από πάνω μου κι έσπρωξα απ’ το σώμα μου έξω κάθε τι ληθαργικό, που με κρατούσε γαντζωμένη στα σεντόνια. Άνοιξα το στόμα μου διάπλατα, για να ρουφήξει το παρόν και να φουσκώσει τα πνευμόνια…
Σωπαίνω να μ’ ακούσω. Ψάχνω τον ήχο στην ακινησία μου. Οι κόρες των ματιών μου ακολουθούν ρυθμικά τη σκιά του λεπτοδείκτη. Υγραίνουν, θολώνουν, φουσκώνουν και χύνουν στα μάγουλά μου τον χαμένο χρόνο. Με τα χέρια μου σκουπίζω τη βιασύνη του κι ελπίζω να κοπάσει. Το στομάχι μου σφίγγεται. Ο αέρας μού τελειώνει. Κι αυτόν τον λιγοστό που έχω, πώς να τον χαραμίσω, δεν ξέρω. Παρατείνω κι άλλο την κραυγή στο μαξιλάρι μου, μην ξέροντας πια, για τι να πρωτοκραυγάσω. Από το πάτωμα στο κρεβάτι κάνω 40 λεπτά και 9 δευτερόλεπτα. Η διαδρομή είναι ατέλειωτη και μαρτυρική. Γλιστράω σε δάκρυα και…
Γράφω την τελευταία λέξη, τυλίγω το χαρτί με την αγαπημένη σου κορδέλα, το φιλώ δυο φορές και το αφήνω να πετάξει στον άνεμο. Ταξιδεύει για μέρες. Κάποιες φορές βρέχεται. Μετά στεγνώνει και ξαναβρέχεται. Ξέρεις πως είναι αυτά… Ανόητοι άνθρωποι –που δεν ερωτεύτηκαν ακόμη– το πατούν και το σκίζουν με τα παπούτσια τους. Οι λέξεις σβήνουν ή αλλοιώνονται σαν το κορμί μου, σαν τις διαθέσεις σου… Τα γράμματά μου πότε σε βρίσκουν, πότε βρίσκουν κάποιον άλλο. Γιατί δεν έχουν διεύθυνση. Αν είναι να σε βρουν –σκέφτομαι– θα σε βρουν. Και δεν περιμένω. Κλείνω τα μάτια απλώς, και ανασαίνω ήρεμη που έδιωξα…