Παρασκευή μεσημέρι: Η ματαίωση.
Όλα ήταν όπως τα είχα προβλέψει στα 25 μου.
Μαύρα, μάταια και πεθαμένα.
Ο κήπος μου κόπηκε μέσα σ’ ένα βράδυ
μαζί με τα χέρια που τον φρόντιζαν.
Κόπηκε από μέσα, κρυφά κι ανυποψίαστα.
Κάποιο δέντρο. Ή μια πέτρα.
Περιφερόμουν χωρίς τα χέρια μου για μήνες.
Με σκότωσαν οι αγκαλιές που δεν ξανάδωσα.
Η πέτρα γύρεψε κι άλλους κήπους,
αλλά όπου πήγαινε η ίδια ήταν.
Άλλους τους έκοψε κι άλλους τους έκαψε.
Να διώξει όλα τα ίχνη τού εαυτού που δεν ξανάθελε.
Χρόνια μετά έγινε σκόνη‧
αργά και βασανιστικά σε μιαν ακτή,
μετρώντας σε κύματα όλα τα χρόνια που έχασε,
ψάχνοντας αυτά που ήδη είχε
κι έκαιγε με μανία να μη βλέπει.
