Εχθές,
τσιγγάνοι,
άδειαζαν το σπίτι
μιας γειτόνισσας
που, πέρυσι,
την είχαμε βρει
στο πάτωμα,
ήδη, νεκρή, τρεις μέρες…
Δεν ήταν μετακόμιση, λοιπόν.
Αγόρασαν
τα πράγματά της,
από τους κληρονόμους…
Προχθές,
γειτόνισσα άλλη,
μας χτύπησε,
ανήσυχη,
την πόρτα.
Βρήκε τον σύζυγο
στο κρεβάτι,
ακίνητο,
ντυμένο κι έτοιμο
για το καφενείο.
Ήταν ήδη κρύος,
όταν του κλείσαμε
τα μάτια.
Έτσι πάει,
φίλε μου,
η ιστορία…
ο Άνθρωπος, φεύγει.
Ξαφνικά,
απότομα, πολλές φορές.
Και, μαζί με την παρουσία του
στον κόσμο,
φεύγουν,
έπειτα,
και τα προσωπικά του
αντικείμενα…
Μια άλλου είδους μετακόμιση
πραγμάτων που καταλήγουν
σ’ ένα παζάρι
ειδών μεταχειρισμένων,
αντικείμενα διαπραγμάτευσης
παζαρέματος
με κάποιον, περαστικό,
υποψήφιο αγοραστή…
