3:30 τη νύχτα. Από τον πόνο ξύπνησα. Πραγματικός πόνος, που σου τρυπάει τα σωθικά. Δεν σταματά να μου θυμίζει την ύπαρξη του. Και είναι σαν ανήμερο θηρίο, που μου φωνάζει, πως δε θα με αφήσει ήσυχο ποτέ.
Έναν χρόνο το πολεμώ, με όσα όπλα έχω στην κατοχή μου. Κι αυτό εκεί , αγέρωχο, χωρίς καμία πληγή, ούτε μια γρατζουνιά δεν έχει.
Πως να πείσω τον εαυτό μου ότι μπορώ να το νικήσω? Αφού τα πόδια μου δε με κρατούν όρθιο. Η ψυχή μου κατέρρευσε και το μυαλό δε δίνει πια την εντολή, «κουράγιο».
Σκληρή, καθημερινή προπόνηση στο «όλα θα πάνε καλά». Αλλά, δεν πάνε. Κάπου κουράστηκα, άνθρωπε. Και λύγισα
Τυφλή εμπιστοσύνη του έχω, θα με ρημάξει τελικά.
Προσποίηση δύναμης. Για τους άλλους κυρίως, αλλά και για σένα. Για να αποδείξεις ότι μπορείς. Για να μη σε πουν αδύναμο και σου δείξουν τον οίκτο τους. Αυτόν δεν τον θες. Δεν τον χρειάζεσαι.
Σκέψη. Διττή και αντιφατική.
Σκέφτηκα να σηκωθώ, αλλά το μετάνιωσα. Δείξε ότι μπορείς κι ας έχεις νιώσει φόβο, όσο ποτέ άλλοτε. Ας έχεις νιώσει μόνος και απροστάτευτος. Ας είσαι μέσα σου ένα ράκος. Τα ταχτοποίησα όλα. Κι αν φύγω?
Τα κάνω όλα να κυλούν όπως πριν. Πριν μπει στη ζωή μας με την βία, «αυτό». Έτσι το έχω ονομάσει. Το «αυτό».
Και πως αλλιώς να το πω?
Θα σας πω, πόσο σας αγαπώ. Πόσο σημαντικοί είστε για μένα. Στους σημαντικούς, τους λίγους, τους εκλεκτούς, τους ανθρώπους μου. Για να ξέρετε. Θα είναι όλα ταχτοποιημένα.
