Καπνίζω
Καπνίζω.
Πάντοτε,
κάπνιζα πολύ.
Δεν το ελάττωσα
και δεν μπορώ.
Σκέφτομαι,
πολλές φορές
το μέλλον
μαζί με ένα ερωτηματικό:
“θα καπνίζω;”
“θα καταλήξω”
Πού άραγε;
Σ’ έναν άθλιο
θάλαμο νοσοκομείου.
Αφασία.
Ίσως, καρκίνος
σε τελικό στάδιο,
μπορεί και πρόβλημα
αναπνευστικό.
Φάρμακα,
εισπνεόμενα,
σωληνάκια.
Να τα κάνω πάνω μου,
ανήμπορος.
Κι έξω,
συγγενείς να περιμένουν
την ανύπαρκτη κληρονομιά,
αυτά που δεν έχω.
-Άρα, κανείς-
Υστερόγραφο:
Προς το παρόν,
πάντως, καπνίζω
γιατί την έχω ανάγκη
την αγκαλιά σου.
-γαμημένη ανάγκη-
Γιατί, τα συναισθήματα,
δεν έχουν διακόπτες,
δεν αλλάζουν
από τη μια στιγμή
στην άλλη.
[Θεέ μου, φύλαγέ μας από την κατάντια]
