Ένας από τους αγαπημένους μου πίνακες που τον θεωρώ ένα εξαιρετικό δείγμα σκοτεινής ομορφιάς και εκλεπτυσμένης φαντασίας, είναι “Η κοιμώμενη τσιγγάνα”, έργο του Ανρί Ρουσσό.
Μία νέγρα γυναίκα ζωγραφισμένη με χαρακτηριστική γοητεία και θελκτικά φυσικά στοιχεία, παραδίδεται στον ύπνο έχοντας κουραστεί από το παίξιμο του μαντολίνου τους. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ο βασιλιάς της ζούγκλας, ένα λιοντάρι, την πλησιάζει και προσπαθεί να την εξετάσει με το να νοιώθει το μυρωδιά και το δέρμα της. Δεν αφήνει τα σαρκοβόρα του ένστικτα να ξεσπάσουν καταστροφικά επάνω της, με το φεγγάρι που λούζει τη νύχτα να προσδίδει έναν ρομαντικό τόνο και ένα ποιητικό στοιχείο στο κυρίως θέμα του πίνακα.
Ελαιογραφία του 1897 που μέχρι σήμερα καταλαμβάνει σημαντικές αναφορές ως σημαντικό στοιχείο της λαϊκής κουλτούρας, με την αναφορά του πίνακα να συναντάται σε βιβλία, ταινίες και κάθε συζήτηση γύρω από τέχνη. Μέχρι σήμερα, η εξωτική γοητεία του συγκινεί τους λάτρεις της τέχνης.

Ο Ρουσό υπήρξε κατεξοχής ένας ζωγράφος της φαντασίας. Άφηνε τη φαντασία του πάντοτε να πρωταγωνιστεί στους πίνακές του, οι οποίοι ακόμα και παρά τις ατέλειές τους, είχαν το ταλέντο να γοητεύουν.
Η νέγρα γυναίκα αποδίδεται να βρίσκεται σε κατάσταση γαλήνιου ύπνου, φοράει ένα φωτεινό φόρεμα και ένα ερυθρό μαντήλι, έχοντας ως μοναδικό εφόδιο επιβίωσης ένα βάζο που κατά πάσα πιθανότητα περιέχει πόσιμο νερό.
Η γυναικεία μορφή φαίνεται να βρίσκεται σε έναν χώρο απόμακρο εντελώς μόνη, με μοναδική εισβολή στην πορεία του ύπνου της την αδιακρισία και περιέργεια ενός άγριου θηρίου που σκύβει επάνω της περισσότερο με περιέργεια και λιγότερο με άγρια διάθεση.
Πώς θα μπορούσε να ερμηνεύσει ένας θεατής αυτό τον πίνακα; Να διακρίνει την ευαίσθητη όψη ενός άγριου θηρίου που διψάει πάντοτε για ανθρώπινη σάρκα; Να αναδείξει το άφημα του σώματος στο κάλεσμα της νύχτας;
Ίσως και όλα μαζί. Η αξία του πίνακα είναι διαχρονική, ενώ το ολίγον τρομακτικό περιεχόμενό τους και το περιθώριο που αφήνει σε εκείνον που το παρατηρεί να σκεφτεί τη συνέχεια της ιστορίας, τον καθιστά ένα έργο τέχνης.
