Γιώργος Θεοτοκάς για τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου (μέρος Ι)
Αφιερωμένο στο φίλο Νίκο Σ.
Γιώργος Θεοτοκάς
Τον Γιώργο Θεοτοκά και το πλούσιο έργο του τα γνώρισα κατά καιρούς, αποσπασματικά. Από νέος μελέτησα το βιβλίο του «Ελεύθερο Πνεύμα» και το χρησιμοποιούσα ως πηγή στο μάθημα της έκθεσης ιδεών. Διάβασα επίσης την «Αργώ» και τον «Λεωνή», μυθιστορήματα. Με το Θεατρικό Εργαστήρι της ΦΕΞ στα 1976 ανεβάσαμε το θεατρικό του έργο «Το Παιχνίδι της Τρέλας και της Φρονιμάδας», με πολλή επιτυχία, το απολαύσαμε.
Στο ανέκδοτο βιβλίο μου «Λόγια της Πόλης – Ταξίδι παρέα με παλιούς και νέους λογοτέχνες της Πόλης – Η λογοτεχνία της Κωνσταντινούπολης (19ος – 20ος αι.)» (2016) περιέχεται κεφάλαιο με τη ζωή και το έργο του Γιώργου Θεοτοκά, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εκεί σπούδασε και έμεινε με την οικογένειά του ως το 1922. Επίσης, μελετώντας τα δύο τελευταία χρόνια το έργο του Κωστή Παλαμά συνάντησα σημεία στα οποία αναφέρεται η σχέση τους. Σχετικά δημοσίευσα πριν λίγο καιρό το άρθρο «Κωστής Παλαμάς και Γιώργος Θεοτοκάς». Τέλος, πρόσφατα απέκτησα και μελέτησα το βιβλίο του Λυκούργου Κουρκουβέλα «Γιώργος Θεοτοκάς (1905 – 1966): Πολιτικός στοχαστής» (έκδοση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, 2013, σελ. 263).
Στο κείμενό μου αυτό, χρησιμοποιώντας στοιχεία από το βιβλίο του Λ. Κουρκουβέλα, που παρουσιάζει το πρόσωπο του Θεοτοκά όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη, θα επιχειρήσω να δείξω τον πλούτο της σχετικά σύντομης ζωής, 1905 – 1966, και του έργου του Γιώργου Θεοτοκά. Θα προσεγγίσουμε τις απόψεις του σχετικά με το ρόλο του πνευματικού ανθρώπου στην εποχή του, και βέβαια στην εποχή μας. Θα δούμε να αναδύεται ένας προοδευτικός αστός στην περίοδο του μεσοπολέμου, του δεύτερου πολέμου, του εμφυλίου και της δεκαπενταετίας που ακολούθησε.
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Κωστής Παλαμάς και Γιώργος Θεοτοκάς” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”10197″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Ελεύθερο Πνεύμα
Ξεκινούμε από το πρώτο έργο του που κυκλοφόρησε το 1929, όταν ο Γιώργος Θεοτοκάς ήταν ηλικίας 24 ετών, το πολυσυζητημένο Ελεύθερο Πνεύμα.
Δύο αποσπάσματα για το ρόλο των διανοουμένων και των δημιουργών: «Αν φιλοδοξούμε να είμαστε διανοούμενοι άξιοι του ονόματος, ας φροντίσουμε να διατηρούμε πάντα την αξία του πνεύματός μας» και «Ο δημιουργός, οδηγημένος από την εσωτερική αγωνία του πέρα από τα καθιερωμένα σύνορα, καταχτά νέα εδάφη για την ανθρώπινη γνώση».
Τέτοιο μπορεί και πρέπει να είναι το καθολικό ιδανικό των νέων γενεών : ένας νέος ουμανισμός
Είναι πολύ χαρακτηριστικά αυτά που λέγει για το έργο τέχνης: «Το έργο τέχνης τείνει να εκφράσει το βαθύτερο νόημα της ζωής μέσα από μια ατομικότητα. Το έργο του ποιητή […] είναι ένα πλεόνασμα εσωτερικών δυνάμεων που ξεσκίζει ένα άνθρωπο για να βγει στο φως, και που βγαίνει ζυμωμένο ,ε το βαθύτερο είναι του […] Το έργο τέχνης, ξεχείλισμα εσωτερικής ζωής, είναι το πιο ατομικιστικό φαινόμενο. Αλλά όσο βαθύτερα είναι ατομικιστικό τόσο βαθύτερα βυθίζεται μες στη ζωή, τόσο περισσότερο πλησιάζει τον Άνθρωπο».
Ο Λυκούργος Κουρκουβέλας σχετικά με το πρωτοποριακό αυτό βιβλίο σημειώνει: «Το Ελεύθερο Πνεύμα, πέρα από το πλήθος των πολιτικών, κοινωνικών και αισθητικών ιδεών που εξέφραζε, ήταν πρωτίστως ένα κείμενο αφυπνιστικό, που απευθυνόταν όχι μόνο στη διάνοια αλλά και στο συναίσθημα, με κύριο στόχο όχι την κριτική, τη διερώτηση και το στοχασμό, αλλά και την κινητοποίηση: ήταν ένα κάλεσμα για άμεση και επείγουσα πράξη και, υπό αυτήν την οπτική, εμφανιζόταν ως το μανιφέστο μιας νέας γενιάς».
Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα
O Γιώργος Θεοτοκάς αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, μετά την έκδοση του βιβλίου Ελεύθερο Πνεύμα, σε μια απόπειρα άρθρωσης πολιτικού και κοινωνικού λόγου. Το 1932 κυκλοφόρησε το πολιτικό του «πιστεύω» με τον τίτλο Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα, στο οποίο παρουσίαζε για πρώτη φορά το ιδεολογικό του «στίγμα». Αναφέρεται στους άξονες που πρέπει να στηριχτεί η Ελλάδα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Ένα κεντρικό σημείο της προβληματικής του:
«Πρέπει να λυτρωθεί η κοινωνία μας από τη σημερινή σύγχυση, από την τυφλή και ασφυκτική τυραννία των αναρχικών οικονομικών δυνάμεων, να ξαναβρεί […] τα ανθρώπινα ιδανικά της και μίαν ηθική τάξη, να μπορέσει να καλλιεργήσει τις ψυχικές και πνευματικές ανάγκες της, παράλληλα με τις υλικές. Ισορροπία! Ισορροπία! Τέτοιο μπορεί και πρέπει να είναι το καθολικό ιδανικό των νέων γενεών : έ ν α ς ν έ ο ς ο υ μ α ν ι σ μ ό ς».
Ο Γ. Θεοτοκάς, όπως παρατηρεί ο Λ. Κουρκουβέλας, «αναγνώριζε πως, παρά τις τεράστιες ελλείψεις του, ο κοινοβουλευτισμός εξασφάλιζε κάποιες θεμελιώδεις αξίες, όπως την ελευθερία της σκέψης και, πάνω από όλα, παρουσίαζε τους λιγότερους κινδύνους από τα υπόλοιπα πολιτικά συστήματα που είχαν δοκιμαστεί τα τελευταία χρόνια».
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Βία και πειθώ: ο Κωστής Παλαμάς μιλά για τη διακυβέρνηση το 1919″ background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”8363″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Να σημειώσουμε ότι ο Γ. Θεοτοκάς σε δημοσιεύματα της ίδιας περιόδου διατυπώνει πιο προοδευτικές ιδέες. Το 1933 σημειώνει ότι ήταν πρόθυμος να προχωρήσει αριστερότερα (θα λέγαμε) αρκεί να «μας εγγυηθούνε την ελευθερία του πνεύματος και την ελεύθερη λειτουργία του πολιτεύματος».
Επιπλέον, η πίστη στον ουμανισμό οδηγούσε τον Θεοτοκά στην ειρήνη και στη συναδέλφωση των λαών. Ειδικότερα, για την περιοχή μας θεωρούσε απαραίτητη τη βαλκανική συνεργασία. «Η Βαλκανική, η Ανατολική Συμπολιτεία […] θα είναι μία σύνθεση αντιθέσεων, μία σύνθεση που δε θα καταργήσει τις εθνικές ατομικότητες μήτε θα καταπατήσει τα εθνικά συμφέροντα, αλλά τουναντίο θα δεκαπλασιάσει τις δημιουργικές ικανότητες των ανατολικών εθνών. Κ’ ίσως τότε, μονάχα, τότε, θα φανερωθεί η πνευματική αποστολή του νέου Ελληνισμού».
Σε πολλά κείμενα του Γ. Θεοτοκά παρατηρούμε μια προσπάθεια να επιτευχθεί ισορροπία ανάμεσα στο εθνικό και στο διεθνικό. Ειδικότερα στην τέχνη, κατά τον Κουρκουβέλα, ο Θεοτοκάς «συνδύαζε την ελληνικότητα με το σύνολο του ανθρώπινου πολιτισμού και απέκοπτε την έννοια της ελληνικότητας από τον στείρο εθνικισμό και τον τοπικισμό».
Στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα σε άρθρο του 1939 παρατηρεί: «Νομίζω ότι έχουν εξίσου άδικο και εκείνοι που κλείνουνται αυτάρεσκα σε μία δήθεν αγνή ‘ελληνική πραγματικότητα’ και αρνούνται την άλλη πραγματικότητα της Ευρώπης και του αιώνα, και εκείνοι που σκέπτουνται μονάχα διεθνικά και δε θέλουν να παραδεχτούν την ιδιορρυθμία του ελληνικού ζητήματος. Θα μας χρειαστούν στο εξής πιο πλατιά πνεύματα και πιο συνθετικές απόψεις».
Συνεχίζεται…
