Ο Eμμανουήλ Ροΐδης είναι πολύ γνωστός, όχι μόνο στην πατρίδα μας, για το μυθιστόρημά του «Πάπισσα Ιωάννα».
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Εμμανουήλ Ροΐδης | Ανεπανάληπτος Μαέστρος του Λόγου (μέρος Ι)” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”7461″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Στην ενότητα αυτή, όμως, λίγα θα αναφέρουμε για το πολύ σημαντικό αυτό έργο του 19ου αιώνα, γιατί δίνουμε περισσότερο βάρος στα υπόλοιπα αφηγήματα / διηγήματά του. Τα αποσπάσματα που θα παραθέσουμε μας δείχνουν το ύφος και τη γλώσσα του.
Ο συγγραφέας της Πάπισσας είχε από μικρός έρθει σε επαφή με την Ιταλία και την παράδοσή της. Εκμεταλλεύεται μια μεσαιωνική ιστορία (για το σκάνδαλο ενός θηλυκού Πάπα που γέννησε στη μέση του δρόμου), με σκοπό να στηλιτεύσει τον σκοταδισμό της εκκλησιαστικής εξουσίας και να παρωδήσει την κοινωνική υποκρισία. Για να γράψει το μυθιστόρημα έψαξε και την πιο μικρή λεπτομέρεια μέσα από μια πλούσια βιβλιογραφία. Το αποτέλεσμα είναι, το βιβλίο τούτο να είναι ένα «πανόραμα» του μεσαιωνικού κόσμου.
Η αφήγηση ξεκινά από την ιστορία των γονέων της Ιωάννας, δύο ιεραποστόλων και συνεχίζει με την ένταξή της στον μοναχισμό σε νεαρή ηλικία, τη γνωριμία και τον έρωτά της για τον μοναχό Φρουμέντιο. Τα ταξίδια τους, με την Ιωάννα μεταμφιεσμένη σε άντρα, στη Γερμανία, στην Ελβετία και τη Γαλλία, τη μακροχρόνια παραμονή τους στην Αθήνα και την εγκατάσταση της Ιωάννας στη Ρώμη. Την άνοδό της στην εκκλησιαστική ιεραρχία που την οδήγησε τελικά στο παπικό αξίωμα. Την ερωτική της σχέση με τον θαλαμηπόλο της, την εγκυμοσύνη και τέλος την αποβολή και τον θάνατό της κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας.
Θα παραθέσουμε κάποια μικρά αποσπάσματα από το μεγάλο αυτό έργο (από το β΄ μέρος) και κατόπιν χαρακτηριστικά σχόλια ιστορικών και μελετητών του.
«Αφήκαμεν την Ιωάνναν συνοδοιπορούσαν μετά δύο Αγίων, τριών μοναχών και τεσσάρων όνων. Ο δρόμος ήτο σκοτεινός και ανώμαλος ως το ύφος της Νέας Σχολής, ώστε άνθρωποι και ζώα απέκαμον μετά δίωρον πορείαν διά των δυσβάτων εκείνων ατραπών. Ότε δε διέκριναν μακρόθεν επί της κορυφής λόφου το ερυθρόν φανάριον ξενοδοχείου, ετράπησαν προς το σωτήριον εκείνο φως, ως οι μάγοι προς τον υποδεικνύοντα την φάτνην του Σωτήρος αστέρα. […]
Μη βιασθής να ερυθριάσης σεμνή μου αναγνώστρια• ο σιδηρούς κάλαμος διά του οποίου γράφω την αληθή ταύτην ιστορίαν είναι αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες, ίνα μη ρυπάνωσι την παρθενικήν αυτών εσθήτα υψούσι αυτήν μέχρι μέσης κνήμης, δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων σανδαλίων• ώστε ουδείς κίνδυνος ν’ ακούσης παρ’ εμού όσα ‘παρθένω λέγειν ου καλόν». […] Η πλήξις και η αργία είναι, νομίζω, τα κυριώτερα ελατήρια της ευσεβείας. Εις ουρανόν ατενίζομεν τότε μόνον, όταν δεν έχωμεν τι να κάμωμεν ή να ελπίσωμεν επί της γης, τας δε αγίας εικόνας ασπαζόμεθα, οσάκις δεν έχομεν άλλο τι ν’ ασπασθώμεν. […] Αλλ’ επανέλθωμεν εις το προκείμενον και έστω το σφάλμα των παρεκβάσεών μου εις τας εικοσιεπτά των Αθηνών εφημερίδας και τους τέσσαρας κώδωνας της ρωσσικής εκκλησίας, διακόπτοντας ανά πάσαν στιγμήν το νήμα της διηγήσεώς μου. […] Αι κακαί νόσοι, η πανώλης, η ευλογία, ο έρως και τα εξ αυτού πηγάζοντα επώνυμα της ξανθής μητρός του πάθη έχουσι τούτο το καλόν, ότι άπαξ μόνον υποκείμεθα εις αυτά. Τοιαύτη ήτο και η μεταφυσική ασθένεια της Ιωάννας. Αφού επί τρεις μήνας έξυσε την κεφαλήν, ζητούσα του αλύτου αινίγματος την λύσιν, έκλεισε τέλος πάντων τα βιβλία της και ανοίξασα το παράθυρον του κελλίου ωσφράνθη τα αρώματα της ανοίξεως. […] Η θέσις των δύο νεανίσκων κατήντα καθ’ ημέραν μάλλον αφόρητος. Ούτε ο Φρουμέντιος εγνώριζε τι να ζητήση, ούτε η Ιωάννα τι πρώτον να προσφέρη. [….] Δέκα ακόμη ημέρας διήλθον εντός του στενού εκείνου κελλίου, γράφοντες, τρώγοντες, ασπαζόμενοι και άλλο ελάττωμα μη ευρίσκοντες εις τον καιρόν, όστις ήτο ωραίος, ειμή μόνον ότι έφευγε ταχύς. ]…] Η αθυμία της πτωχής Ιωάννας μόνης μεταξύ των τεσσάρων εκείνων τοίχων, όπου χθες ακόμη αντήχουν τοσούτοι ερωτικοί όρκοι και φιλήματα, ηύξανε καθ’ ημέραν […] Η Ιωάννα έχουσα ζώνην τους βραχίονας και στήριγμα τα στήθη του καλού Φρουμεντίου, ανέπνεε μετ’ απεριγράπτου αγαλλιάσεως τον αέρα των αγρών. Το νέον ζεύγος υπερβάν το δάσος έτρεχεν ήδη επί ανοικτού πεδίου φυτευμένου διά κριθής ή κυάμων. […] Οι δύο λοιπόν ερασταί, γονυπετήσαντες παρά την όχθην της λίμνης προσέφερον εις τον Ιρμινσούλ τα λείψανα του προγεύματος, τρίχας της κεφαλής και ολίγας τινάς αναμεμειγμένας του αίματος αυτών σταγόνας, καθιστώντας ούτω την ένωσιν αυτών αιωνίαν και αδιάρρηκτον ως την του Δουκός της Ενετίας μετά της θαλάσσης. Μετά δε την τελετήν εξήγαγεν ο Φρουμέντιος εκ του δισακκίου ανδρικήν στολήν καλογήρου, την οποίαν παρεκάλεσε την φίλην του να ενδυθή,ίνα γίνη δεκτή ως νεοφώτιστος εις την Μονήν της Φούλδας.[…] Αι θρησκείαι ομοιάζουσι τας γυναίκας. Αμφότεραι ενόσω ήναι νέαι ούτε καλλωπισμών χρήζουσιν ούτε ψιμυθίου, ίνα περικυκλώνται υπό λατρευτών προσκλινών, ετοίμων και την ζωήν υπέρ αυτών να θυσιάσωσιν, ως οι πρώτοι χριστιανοί και οι ερασταί της Ασπασίας• αλλ’ άμα γηράσωσιν ανάγκη να καταφύγωσιν εις το φύκος και τα κοσμήματα, ίνα επ’ ολίγον ακόμη διατηρήσωσι τους αραιουμένους θιασώτας. […] Επτά έτη είχον παρέλθει από της εισόδου των νεανίσκων εις την Μονήν της Φούλδας […] Η νυξ ήτο σκοτεινή και οι σταύλοι εγγύς, εν αυτοίς δε έζη ακόμη ο καλός εκείνος όνος, όστις προ επτά ετών είχε μετακομίσει εις Φούλδαν την Ιωάνναν. Ο πατριάρχης ούτος της καλογηρικής φάτνης, κατάλευκος ήδη υπό του γήρατος, ανεπαύετο περικυκλούμενος υπό των απογόνων του και υπό δεμάτων τριφυλλίου. Τούτον λύσαντες οι δραπέται και περιτυλίξαντες προς αποφυγήν θορύβου τα πέταλά του διά στυπίου, ως οι πειραταί τας κώπας των ακατίων των, εξήλθον των τειχών της μακαρίας εκείνης μονής […]».
– Λίνος Πολίτης: «Με το οξύτατο ορθολογιστικό πνεύμα του, την ειρωνεία του, ακόμα και με την κομψογραφία του, ο Ροΐδης ερχόταν σε αντίθεση με τον ρομαντικό κόσμο, του οποίου ωστόσο αναμφισβήτητο τέκνο ήταν το μυθιστόρημά του»
– Κ.Θ.Δημαράς: «Εκείνο που μένει από την Πάπισσα είναι μια λαμπρή αφήγηση, ένα φανταχτερό ύφος, που το κατασταίνει εναργέστερο η απλότητα των μέσων, και τέλος μια έντονη φωνή διαμαρτυρίας εναντίον των αστοχιών του αθηναϊκού ρομαντισμού».
–Mario Vitti: «Ωστόσο αν ο κύριος στόχος μοιάζει να σκανδαλίζει τον αναγνώστη, όταν ξεπεράσει την πρώτη έκπληξη αντιλαμβάνεται, ιδίως ύστερα από ενάμιση αιώνα όπως εμείς, ότι η πάπισσα αποτελεί για τον Ροΐδη μια θαυμάσια πρόφαση για να οικοδομήσει ένα έργο υψηλής λογοτεχνικής στάθμης, ένα παιχνίδι πολύ μεγάλης διανοητικής κομψότητας».
(συνεχίζεται)
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Εμμανουήλ Ροΐδης | Ανεπανάληπτος Μαέστρος του Λόγου (μέρος ΙΙΙ)” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”7617″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
