Ιάμβη
Με χωρατά και σκώμματα
τη λύπη λοιδορώ.
Από Άνεμο γεννήθηκα κι η σύριγξ με ανέθρεψε.
Τον απρόβλεπτο ψάλλω ρυθμό
Τον παράταιρο παιανίζω στίχο.
Πνευστιώ στη δόνηση του αέρα
Ξεδιάντροπα του απαντώ
«Να μη θαρρείς με κομπασμούς πως τις οσμές μου πνίγεις
Εγώ εκπνέω αλλαγές
ουσίες μυρωμένες με σάνταλο και πατσουλί
με μέντα και λεβάντα.»
Οι στίχοι μου γεννούν χαρά
μεσ’ τη θλιμμένη γη σου
Να ξαναγίνεις γόνιμη
Να βρεις την ευωδιά σου
Δήμητρα
εσύ
πολύμοχθη
Να ζήσεις την χλωρόκαρπη
μονογενή σοδειά σου.
Ψυχή
ἐὰν μὴ ἔλπηται ανέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ανεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον
“Αν δεν ελπίζεις, δε θα βρεις το ανέλπιστο, που είναι ανεξερεύνητο και απλησίαστο” Ηρακλειτος
Μόνη αναθεματίζω την ομορφιά μου
Έρωτα μέσα στο σκοτάδι γεύτηκα
Μαγεύτηκα.
Έσταξε το φως του κεριού έγκαυμα αλήθειας
Οι ερωτήσεις με έκαυσαν.
Έψαξα με πάθος τα κλοπιμαία της ταυτότητάς μου
Παρείσακτη βρέθηκα στη γη
της άγνοιας
Απρόσκλητη άρπαξα χρυσόμαλλες
σκέψεις
Χωρίς δικαίωμα ιθαγένειας γέμισα κούπες από κρυστάλλινα νερά συγκίνησης
Αυτομόλησα στη λησμονιά με
μια σταγόνα γνώσης.
Μόνοι βοηθοί μου
Τα μυρμήγκια της διάκρισης
Οι καλαμιές των ψιθύρων
Ο Αετός των στεναγμών μου
Η Ικεσία του Ερωτά μου.
Το ανέλπιστο έδωσε
νέο πεπρωμένο
στην Ηδονή μου
Πενθεσύλεια
Τι στιγμή που εκπνέω θάνατο
με ερωτεύεσαι Αχιλλέα.
Τα μάτια μου διασταυρώνονται με τα δικά σου
και μαγνητίζουν το λευκό σου χνάρι.
Δεν απειλώ πλέον την ευρυθμία σου
χάνεται η πολικότητα
Δεν προκαλώ την ταυτότητά σου
απαξιώνεται η εχθρότητα
Φτάνω στο μηδέν.
Δεν σου αφήνω, πια, κανένα διάνυσμα
Κανένα ρυθμό μεταβολής στο χρόνο.
Τότε
αιφνιδίως
Αποκαλύπτεται
ο εκστατικός χώρος.
Κλαις Αχιλλέα
Κλαις
γιατί Αναγνωρίζεις
μόνο ότι σκοτώνεις
γιατί η οργή σου
μόνο ροή έρωτα γεννά.
Είναι το μόνο παιδί μας, Αχιλλέα,
η αγνότητα
του πολέμου μας.
