Επικούρεια φιλοσοφία, τον 4ο αιώνα π.Χ., αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα ρεύματα της ελληνιστικής σκέψης. Στον πυρήνα της θα βρείς την αναζήτηση της αταραξίας, δηλαδή της ψυχικής γαλήνης που προκύπτει από την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον φόβο του θανάτου, των θεών και των περιττών επιθυμιών. Ο Επίκουρος δίδαξε πως ο κόσμος είναι αποτέλεσμα της τυχαίας κίνησης των ατόμων μέσα στο κενό, χωρίς θεϊκή παρέμβαση ή τελικό σκοπό. Αυτή η υλιστική και φυσιοκρατική θεώρηση του κόσμου συνδέεται άμεσα με τις τέχνες και ιδιαίτερα με τη γλυπτική.
Η γλυπτική, ως τέχνη που διαμορφώνει την ύλη σε μορφή, εκφράζει με τρόπο απτό την Επικούρεια πίστη στην πραγματικότητα του αισθητού κόσμου. Ενώ η πλατωνική παράδοση αναζητούσε το ιδεώδες, το τέλειο και το υπερβατικό, ο Επικούρειος τρόπος σκέψης στρεφόταν προς το ανθρώπινο, το φυσικό και το απτό. Ο καλλιτέχνης δεν δημιουργεί για να απεικονίσει κάποια ιδέα, αλλά για να προσφέρει αισθητική απόλαυση και ψυχική ηρεμία. Το έργο τέχνης δεν είναι μέσο γνώσης του Θείου, αλλά πηγή ηδονής με την ευγενή έννοια δηλ. πηγή ευχαρίστησης που γεννά η ομορφιά και η αρμονία.

Στην ελληνιστική εποχή (3ος–1ος αι. π.Χ.), οι καλλιτέχνες απομακρύνθηκαν από τον αυστηρό ιδεαλισμό της κλασικής περιόδου και στράφηκαν σε πιο ρεαλιστικές, εκφραστικές και καθημερινές μορφές. Στα έργα αυτά αναγνωρίζουμε την επίδραση μιας νέας ανθρωποκεντρικής ευαισθησίας, συγγενικής με την Επικούρεια σκέψη. Οι μορφές των αγαλμάτων γίνονται πιο γήινες, συχνά παρουσιάζουν στιγμές ηρεμίας, στοχασμού ή γλυκιάς μελαγχολίας — συναισθήματα που παραπέμπουν στην ψυχική γαλήνη που επιδιώκει ο Επίκουρος.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της τάσης μπορούμε να δούμε στα πορτρέτα φιλοσόφων, όπως εκείνα του ίδιου του Επίκουρου, όπου η έμφαση δεν δίνεται στην εξιδανίκευση της μορφής, αλλά στην εσωτερική ηρεμία και σοφία του προσώπου. Παράλληλα, έργα όπως ο Γέρων Ψαράς ή η Γριά Μαινάδα δείχνουν έναν νέο ρεαλισμό, που αποδέχεται τη φθορά, τη γήρανση και τη φυσικότητα του σώματος — κάτι που συνάδει με την Επικούρεια αποδοχή της φύσης όπως είναι, χωρίς ψευδαισθήσεις.
Η Επικούρεια θεώρηση της τέχνης θα μπορούσε, λοιπόν, να συνοψιστεί σε τρεις βασικές αρχές:
1. Απόρριψη του υπερβατικού – το ωραίο δεν βρίσκεται πέρα από τον κόσμο, αλλά μέσα σε αυτόν.
2. Αποδοχή της ύλης και των αισθήσεων καθώς η τέχνη είναι πράξη μορφοποίησης του πραγματικού. Και τέλος
3. Επιδίωξη της ηδονής και της αταραξίας , όπου το έργο τέχνης πρέπει να προκαλεί γαλήνη και χαρά.
Έτσι, η γλυπτική , με τη φυσικότητα, τη ζωντάνια και τον ρεαλισμό της, μπορεί να ιδωθεί ως καλλιτεχνική έκφραση της Επικούρειας στάσης απέναντι στη ζωή: αγάπη για το απλό, το ανθρώπινο και το πραγματικό καθώς και επιδίωξη της εσωτερικής ηρεμίας μέσα από την ομορφιά του αισθητού κόσμου.
