Όλοι έχουμε διαβάσει ή περισσότερο δει σε κινηματογράφο και τηλεόραση το μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς “A Christmas Carol” (Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία). Ένα μυθιστορήματα που περιγράφει την αλλαγή ενός μίζερου φιλάργυρου γέροντα σε έναν καλοσυνάτο, γεμάτου ζωή, γαλαντόμου ανθρώπου.
Η βικτωριανή Αγγλία, μια σκληρή εποχή, όπου η εκβιομηχάνιση οδήγησε πολλούς ανθρώπους σε ακραία φτώχεια, αλλά και οι βιωματικές εμπειρίες του Ντίκενς, του έδωσαν τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα μυθιστόρημα που μοιάζει με παιδικό παραμύθι όμως στην πραγματικότητα κρύβει πολλά νοήματα για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού και την απάνθρωπη συμπεριφορά των πλουσίων της εποχής εκείνης.
Ο κεντρικός χαρακτήρας Εμπενίζερ Σκρουτζ, αντιπροσωπεύει την ακόρεστη δίψα για πλούτο που παράγεται σε μεγάλες ποσότητες πια, αφήνοντας στην άκρη τις παραδοσιακές σχέσεις των ανθρώπων. Ο ίδιος θεωρεί τα Χριστούγεννα σπατάλη χρόνου και χρήματος, δεν βρίσκει κανένα νόημα στο οικογενειακό τραπέζι και καταριέται την αργία της ημέρας.

Φέρεται σκληρά στον υπάλληλο του αφήνοντας τον να δουλεύει με μόλις ένα κάρβουνο στη σόμπα και μέχρι αργά την παραμονή των Χριστουγέννων, αρνείται την πρόσκληση του ανιψιού του και αποφεύγει με αρκετή κυνικότητα την φιλανθρωπική επιτροπή που τον επισκέφθηκε στο γραφείο του.
Χαρακτηριστικά που δηλώνουν ότι η ανθρώπινη ζωής έχει μικρότερη αξία από τα χρήματα και την βιομηχανική πρόοδο. Ο πλούτος είναι μόνο για τους μοχθηρούς, τους εκμεταλλευτές, αυτούς που έχουν κάνει τους συναισθηματισμούς στην άκρη και ευχαριστήσει βρίσκουν μόνο στα γεμάτα με λίρες σεντούκια τους.
Στον αντίποδα, οι καθημερινοί άνθρωποι, που ενδιαφέρονται για τους συνανθρώπους τους, που πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα κάθε μέρα αλλά γιορτάζουν τα Χριστούγεννα ως γιορτή της οικογένειας και της αγάπης όπου όλα τα λεφτά του κόσμου δεν μπορούν να την αντικαταστήσουν.
Τι είναι αυτό όμως που αλλάζει τον κ. Σκρουτζ;
Η κατανόηση της μιζέρια του; Η επιθυμία να ξοδέψει χωρίς να σκεφτεί; Η στέρηση που έγινε φυλακή; Αρχικά ο Ντίκενς προτάσσει τη φωνή της λογικής, εμφανίζει σαν φάντασμα τον νεκρό, εξίσου μίζερο και κακότροπο συνεταίρο του που έρχεται να τον προειδοποιήσει για την λάθος στάση ζωής. Αφού όμως ο Εμπενίζερ δεν δείχνει και πολύ διατεθειμένος να αλλάξει, ακολουθούν τα τρία πνεύματα των περασμένων, των τωρινών και των μελλοντικών Χριστουγέννων.
Αυτές οι χωροχρονικές πύλες, μεταφέροντας τον σε στιγμές της ζωής του που έφυγαν ή θα έρθουν σκοπό έχουν να του δείξουν την ματαιότητα του χρήματος. Το πως σιγά σιγά τον αποξένωσε από τους ανθρώπους που είχε κοντά και τελικά θα τον οδηγήσει σε ένα κρύο τάφο χωρίς κανείς να ενδιαφερθεί για αυτόν.

Ο Ντίκενς, ευαισθητοποιημένος από τη σκληρότητα της εποχής και με αφορμή την θρησκευτική εορτή των Χριστουγέννων που στις κοινωνίες της Δύσης είχε ήδη καθιερωθεί ως εορτή της οικογένειας και της αγάπης, προσπαθεί να αφυπνίσει την ανθρώπινη συνείδηση, να την επαναφέρει στις πανανθρώπινες αξίες της ανιδιοτελούς αγάπης, της ελεημοσύνης αλλά και της προσωπικής ευτυχίας που κρύβεται στην ηρεμία και τη χαρά της ψυχής όταν προσφέρει.
Ο συγγραφέας τονίζει συνεχώς την ανωτερότητα των συναισθημάτων σε σχέση με την ύλη, τη σημασία της αλληλεγγύης, της οικογένειας, της αγάπης, των καλοκάγαθων προθέσεων. Σε εμάς σήμερα μπορεί να μοιάζει σαν χριστουγεννιάτικο παραμυθάκι, για τους ανθρώπους της τότε εποχής όμως ήταν ένα κήρυγμα ενάντια στην φιλαργυρία και μια προτροπή για βοήθεια και στήριξη στις κοινωνικά χαμηλότερες τάξεις.
