Υπάρχουν εποχές που η ομορφιά γίνεται επικίνδυνη. Που ένας πίνακας ισοδυναμεί με δήλωση πολέμου και ένα γλυπτό αρκεί για να στείλει τον δημιουργό του στα σκοτεινά κελιά της KGB. Στη Σοβιετική Ένωση των δεκαετιών 1960 έως 1980 η τέχνη δεν ήταν απλώς πολιτιστική έκφραση. Ήταν πράξη αντίστασης. Ήταν ανάσα σε ένα σύστημα που ήθελε να ελέγχει κάθε αναπνοή.
Από το 1934 και μετά το σοβιετικό κράτος είχε ορίσει με απόλυτη σαφήνεια τι επιτρεπόταν να είναι η τέχνη. Ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός ήταν ο μοναδικός αποδεκτός τρόπος έκφρασης. Ηρωικοί εργάτες αισιόδοξα πρόσωπα λαμπερά οικοδομήματα. Ότι δεν εντασσόταν σε αυτό το καλούπι χαρακτηριζόταν ως ελιτισμός ως αποπροσανατολισμός ως εχθρότητα προς τη λαϊκή τάξη. Και αυτή η κατηγορία είχε πολύ συγκεκριμένες συνέπειες.
Κι όμως κάποιοι επέμεναν.
Ο Όσκαρ Ράμπιν ήταν από τους πρώτους που τόλμησε να ζωγραφίσει τη ζωή όπως ήταν και όχι όπως ήθελε το κόμμα. Οι πίνακές του δεν είχαν τίποτα από τη φωτεινότητα που απαιτούσε η επίσημη αισθητική. Αντίθετα απεικόνιζαν παράγκες νεκροταφεία διαβατήρια σαν σύμβολα καταπίεσης. Ήταν η Ρωσία που έβλεπαν όλοι και κανείς δεν είχε δικαίωμα να πει. Ο Ράμπιν το έλεγε με χρώμα και καμβά. Ήταν ο κεντρικός οργανωτής της Έκθεσης Μπουλντόζερ (Bulldozer Exhibition) του 1974 εκείνης της μυθικής πια κίνησης αντίστασης που έγινε σε ένα κενό αδόμητο οικόπεδο έξω από τη Μόσχα. Τα αστυνομικά μπουλντόζερ κατέστρεψαν τους πίνακες. Τα πυροσβεστικά τους τα έβρεξαν. Λίγα χρόνια μετά ο Ράμπιν έχασε τη σοβιετική υπηκοότητά του και αναγκάστηκε να εξοριστεί στο Παρίσι όπου έζησε μέχρι το 2018.
Ο Έρνστ Νέιζβεστνι ήταν γλύπτης με μέγεθος ψυχής ανάλογο των τεράστιων έργων του. Όταν το 1962 ο Νικίτα Χρουστσόφ επισκέφθηκε μια έκθεση στο Μανέζ της Μόσχας και άρχισε να εξυβρίζει τους μη συμβατικούς καλλιτέχνες ο Νέιζβεστνι ήταν ο μόνος που αντιμίλησε. Κατά πρόσωπο. Ο Χρουστσόφ τον αποκάλεσε εκφυλισμένο. Ο Νέιζβεστνι του απάντησε ότι ήταν πολεμιστής που είχε χύσει αίμα για τη Ρωσία. Αυτή η αντιπαράθεση έγινε θρύλος. Με ειρωνεία της ιστορίας ο ίδιος ο Χρουστσόφ λίγο πριν πεθάνει ζήτησε από τον Νέιζβεστνι να του σχεδιάσει τον τάφο. Παρ’όλα αυτά το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Νέιζβεστνι από τη σοβιετική περίοδο καταστράφηκε πριν αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα το 1976 και να εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη.
Ο Ερίκ Μπουλάτοφ και ο Ίλια Καμπάκοφ ανήκαν στην ίδια γενιά στη λεγόμενη Ομάδα της Λεωφόρου Σρετένσκι μια ανεπίσημη κοινότητα καλλιτεχνών που μοιράζονταν στούντιο και όνειρα στη Μόσχα της δεκαετίας του 1960. Ο Μπουλάτοφ ζωγράφιζε λέξεις μέσα σε πίνακες. Σλόγκαν του κόμματος τυπωμένα πάνω σε ειδυλλιακά τοπία. Η αντίθεση από μόνη της ήταν η κριτική. Τολμηρός και αόρατος ταυτόχρονα. Ο Καμπάκοφ πάλι δημιουργούσε τα λεγόμενα ολικά εγκαταστάσεις δωμάτια με αντικείμενα και σημειώσεις που αποτύπωναν την ψυχολογία του ανθρώπου που ζει μέσα στο σοβιετικό σύστημα. Ο άνθρωπος που ποτέ δεν πετά τίποτα ο άνθρωπος που πέταξε στο διάστημα από το διαμέρισμά του. Μεταφορές τόσο ακριβείς που ήταν σχεδόν αδύνατο να τις λογοκρίνεις ανοιχτά.
Υπάρχει και ο Βλαντίμιρ Γιανκιλέφσκι ζωγράφος που ζωγράφιζε αποπροσανατολιστικές εικόνες από δυσφορία και εσωτερική καταπίεση. Τα τρίπτυχά του ήταν χάρτες της ανθρώπινης ψυχής υπό πίεση. Τελικά κατέφυγε στο Παρίσι με τη βοήθεια της γκαλερίστας Ντίνα Βιερνί και εκεί έζησε μέχρι τον θάνατό του το 2018. Και ο Βάλερι Κλέβερ που η σειρά έργων του με τον τίτλο «Αναζήτηση Ελευθερίας» κόστισε την προσοχή της KGB. Τέσσερα χρόνια διωγμού για τον ίδιο και την οικογένειά του. Έχασε την υπηκοότητά του το 1978. Πέρασε από Αυστρία Γερμανία Γαλλία και κατέληξε στην Αμερική.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν επαναστάτες με τη συμβατική έννοια. Δεν κρατούσαν όπλα. Κρατούσαν πινέλα και σκαπάνες και ιδέες. Εκθέτονταν σε υπόγεια σε διαμερίσματα σε κενά οικόπεδα γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Η σοβιετική ολιγαρχία είχε κλείσει κάθε επίσημο χώρο στα έργα που δεν εξυπηρετούσαν την κρατική ιδεολογία. Οι λεγόμενες «εκθέσεις διαμερισμάτων» ήταν ο μόνος τρόπος που μπορούσε να υπάρξει η αληθινή τέχνη. Και σε αυτές τις εκθέσεις οι θεατές ήταν κυρίως ξένοι διπλωμάτες δημοσιογράφοι τουρίστες γιατί οι ίδιοι οι Ρώσοι πολίτες κινδύνευαν αν παρευρίσκονταν.
Η τέχνη αυτής της εποχής δεν ήταν απλώς αισθητική πράξη. Ήταν μνήμη. Ήταν απόδειξη ότι κάτι μέσα στον άνθρωπο αρνείται να υποταχθεί εντελώς. Ο Μπουλάτοφ ο Καμπάκοφ ο Νέιζβεστνι ο Ράμπιν και οι υπόλοιποι δεν έφτιαχναν μόνο έργα τέχνης. Έφτιαχναν μια παράλληλη Ρωσία. Αυτή που υπήρχε κάτω από την επιφάνεια κάτω από τα σλόγκαν και τα ηρωικά αγάλματα των εργατών. Αυτή που ένιωθε κοίταζε αμφιβάλλει και πονούσε.
Πολλοί αναγκάστηκαν να φύγουν. Άλλοι έμειναν και ζούσαν στο περιθώριο ανεπίσημοι αόρατοι επικίνδυνοι. Κανένας δεν σταμάτησε να δημιουργεί. Και αυτή η επιμονή είναι ίσως το πιο σημαντικό τους κληροδότημα. Γιατί στο τέλος η τέχνη τους επιβίωσε. Τα έργα τους βρίσκονται σήμερα στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου. Τα ονόματά τους διδάσκονται. Και εκείνοι που τους δίωξαν έχουν γίνει υποσημείωση στην ιστορία.
Η ομορφιά αντέχει. Η βία που την καταδιώκει όχι.
