Όταν για χρόνια έχεις μάθει να είσαι ο ρόλος σου, είναι δύσκολο να βγεις απ αυτόν. Να αποταυτιστείς και να καταφέρεις να δεις τον εαυτό σου όπως αληθινά είναι. Ο ρόλος του σωτήρα για παράδειγμα, όσο κι αν φαίνεται ωφέλιμος, καλός και φωτεινός, δεν είναι πάντα. Αυτό που κάνεις και τρέχεις να σώσεις τον άλλον, το κάνεις για σένα, όχι γι αυτόν. Γιατί αν έβλεπες ότι σώζοντας κάποιον από την δυστοπία του, τελικά τον υποτιμάς, του αφαιρείς την δύναμή του και χτίζεις την εξιδανίκευσή σου πάνω στην οποία θα πατήσει κι αυτός αργότερα, ίσως να μην το έκανες.
Άστον τον άλλον να φάει τα μούτρα του. Άστον να κλαφτεί και να κυλιέται στη λάσπη. Άστον μπας και δει ότι υπάρχει πάντα ένας τρόπος να βγει. Μπορείς να του φωνάξεις μια δυο φορές, να τον ενημερώσεις ότι έχει ένα σανίδι να πιαστεί, αν μέσα στον πανικό του δεν το βλέπει, αλλά μέχρι εκεί. Άντε και να του πετάξεις μια δυο φορές ένα σωσίβιο. Αν όμως του δώσεις το χέρι σου θα σε τραβήξει κι εσένα στις λάσπες. Και τότε τι νόημα έχει;
Έτσι χτίζεις σχέσεις νομίζοντας ότι αγαπάς τον άλλον αλλά κι αυτός ο άλλος νομίζει ότι σ’ αγαπάει. Δεν είναι αγάπη αυτό. Είναι σχέση εξάρτησης, παθολογική. Βασισμένη στην ανωτερότητα του «σωτήρα» και στην ανημπόρια του θύματος. Είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στην οποία η θυσιαστική αγάπη, χάνει εντελώς την αξία και το νόημά της και γίνεται ένα μάταιο και χαμένο παιχνίδι μέσα σε έναν επαναλαμβανόμενο φαύλο κύκλο.
Έλα όμως που έρχεται μια ωραία πρωία όπου ενώ τον έχεις δει εκατό φορές να πέφτει στα λασπόνερα κι εσύ να τον σώζεις πάντα, ξαφνικά, την εκατοστή πρώτη φορά συνειδητοποιείς το παιχνίδι. Κι αναρωτιέσαι, είναι δυνατόν να μην έμαθε το μάθημά του; Είναι δυνατόν μετά από εκατό φορές να μην θυμάται να πάρει το σωσίβιο μαζί του; Είναι δυνατόν να μην βλέπει τη σανίδα δίπλα του και να χρειάζεται πάλι να τρέξω εγώ να τον σώσω; Πάλι να του πετάξω το σωσίβιο; Και κάνεις πίσω.
Σωπαίνεις.
Δεν μιλάς. Στέκεσαι βουβός να παρατηρείς το παιχνίδι στο οποίο συμμετείχες χρόνια. Δεν ξέρεις πώς να νιώσεις. Να γελάσεις ή να κλάψεις; Να λυπηθείς που κοιμόσουν ύπνο αιώνιο κι είχες αφομοιώσει τόσο πολύ τον ρόλο του σωτήρα που νόμισες ότι είσαι κιόλας και ότι χωρίς αυτόν τον ρόλο είσαι ένα τίποτα;
Να γελάσεις που συνειδητοποιείς τον μάταιο αγώνα σου; Να πενθήσεις την δήθεν σχέση αγάπης; Για ποιά αχαριστία να κλαφτείς; Αφού μαζί χτίσατε το δίχτυ της παθολογικής σχέσης. Αστραπιαία βιώνεις όλες αυτές τις εναλλαγές συναισθημάτων, όλες τις διαφορετικές πλευρές του παιχνιδιού. Τη μια στιγμή δεν μπορείς να κρατηθείς και είσαι έτοιμος από κεκτημένη ταχύτητα να τρέξεις να τον σώσεις, ενώ την επόμενη νιώθεις τον θυμό σου και την θλίψη σου για όλον τον χειρισμό του.
Τη μια σου ‘ρχεται να ξαναγίνεις ο γνωστός και κατάδικός σου ρόλος και την άλλη ακινητοποιείσαι. Στο ενδιάμεσο βλέπεις φευγαλέα και τον εαυτό σου που παλιότερα λειτουργούσες κι εσύ σαν θύμα και έτρεχαν κάποιοι άλλοι σωτήρες να σε σώσουν. Έρχεται δόξα τω θεώ μια τέτοια μοναδική στιγμή που συμβαίνει το θαύμα κι όλα έρχονται στο φως. Ξυπνάς από τον λήθαργο. Βλέπεις για πρώτη φορά αυτό που δεν ήθελες να δεις. Βλέπεις το παιχνίδι.
Τώρα ναι, μπορείς να επιλέξεις την αληθινή αγάπη. Επιλέγεις επιτέλους να πεις ΌΧΙ. Να τον αφήσεις τον άλλον να παλέψει με τα θεριά του. Να καταλάβει πως η δύναμη είναι μέσα του. Να μεγαλώσει. Και τότε ναι, ίσως μπορέσει να πάρει τη θέση που αξίζει στην καρδιά σου. Τότε θα έχεις έναν ισότιμο σύντροφο στη ζωή σου. Τότε θα μπορείς να πεις ότι κέρδισες έναν αληθινό φίλο.
Τότε θα μπορείς να πεις ότι έκανες το καλύτερο για το παιδί σου, που ενώ ήσουν κάπου δίπλα του, κατάφερες να παραμερίσεις την υπερπροστασία σου και το άφησες να πάρει το μάθημά του, να μεγαλώσει ισορροπημένα και να γίνει ένας ώριμος ενήλικας.
Η Ελένη Περινού γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Στυλίδα. Οι πρώτες της σπουδές στα ΤΕΙ Αθηνών την ώθησαν να ασχοληθεί αρχικά με την παιδαγωγική ως νηπιαγωγός, ενώ αργότερα τελειώνοντας το τμήμα ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου το ενδιαφέρον της στράφηκε στον τομέα της ψυχοθεραπείας.

Το 2004 εγκαταλείπει την Αθήνα και επιλέγει να ζήσει μόνιμα στην ανατολική Κρήτη όπου και εργάζεται ως ψυχολόγος.
Ξεκίνησε τη βασική της εκπαίδευση στο χώρο της ψυχανάλυσης, αλλά σύντομα άλλαξε κατεύθυνση ακολουθώντας άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Καθοριστική στάθηκε η θεραπεία Gestalt, που σημάδεψε την πορεία της και παραμένει ως τώρα κύριος άξονας δουλειάς μέσα στη θεραπευτική σχέση. Εκτός από την ατομική ψυχοθεραπεία, τη θεραπεία ζεύγους και την οικογενειακή συμβουλευτική, έχει οργανώσει ψυχοεκπαιδευτικά σεμινάρια, ομάδες αυτογνωσίας, μουσικοθεραπείας, ψυχολογικής στήριξης ατόμων με ανίατες νόσους και ομάδες γονέων.
Παράλληλα είναι μουσικός, στιχουργός και τραγουδοποιός. Μέσα από την μακρά μουσική συμπόρευση με τον συνθέτη Χρίστο Τσιαμούλη, ο οποίος μελοποίησε στίχους της, τα τραγούδια της ερμηνεύτηκαν από γνωστούς καλλιτέχνες όπως η Λιζέτα Καλημέρη, ο Μανόλης Λιδάκης, ο Δημήτρης Μπάσης, η Σοφία Παπάζογλου, η Κατερίνα Παπαδοπούλου κ.ά.
Η πρώτη της συγγραφική εμφάνιση έγινε το 2001 με το Best Seller: Σαν να σε ξέρω χρόνια από τις εκδόσεις Διόπτρα. Ακολούθησε το δεύτερο μυθιστόρημα από τις ίδιες εκδόσεις: Είμαι κι εγώ σαν κι εσένα.
