«Και ξερό το τρώμε το κουλουράκι!» είπε η γιαγιά, μασώντας το ένα κομμάτι από το κουλούρι, ενώ του πρόσφερε το άλλο.
Η παιδική αφέλεια δεν τον άφηνε να καταλάβει. Πώς θα έτρωγε ένα κομμάτι κουλούρι τόσο ξερό; Δεν ήταν ωραίο. Να του έδινε, τουλάχιστον, λίγο φρέσκο ψωμάκι με ζάχαρη από πάνω…
Το κρατούσε, λοιπόν, στο χέρι, κοιτώντας το με μια έκφραση λύπης και δυσφορίας. Τότε, η γιαγιά χαμογέλασε, τον αγκάλιασε καθίζοντάς τον στα γόνατά της, του πήρε το κομμάτι από το χέρι, και του το έδωσε πίσω αφού το έβρεξε σε ένα ποτήρι με νερό…
Έπειτα, άρχισε να του διηγείται ιστορίες από «τα παλιά τα χρόνια», τότε που υπήρχαν τρομεροί Γερμανοί και Βούλγαροι, και δεν υπήρχε, όχι μόνο ξερό κουλούρι, αλλά ούτε καν ψωμί και φαγητό, και τα παιδάκια πέθαιναν από πείνα στον δρόμο…
Το παιδί τρόμαξε. Έβαλε αμέσως το βρεγμένο πια κουλούρι στο στόμα, κι άρχισε να το μασάει γρήγορα.
«είναι μαλακό τώρα!» είπε, μπουκωμένο ακόμη, και το κατάπιε αφού το μάσησε καλά…
Τότε, η γιαγιά, του χάιδεψε το κεφάλι, το φίλησε, πήρε το πορτοφόλι της από το συρτάρι, και του έβαλε 50 Δραχμές στο χέρι, για να αγοράσει ό,τι θέλει…
Στέκεται μπροστά στον πάγκο της κουζίνας, φτιάχνοντας καφέ. Στο στόμα του, το τσιγάρο που μόλις άναψε.
Βλέπει τη Λίνα, τη σύντροφό του, να έρχεται προς το μέρος του. Αγουροξυπνημένη κι αυτή, τελείως γυμνή. Δε της λέει τίποτα, παρά μόνο τη γυρίζει και την παίρνει αγκαλιά…
Τότε, το μάτι του πέφτει στο τραπέζι της κουζίνας: ένα κομμάτι από κουλούρι. Αυτή, τον είδε που αφαιρέθηκε και ακολούθησε το βλέμμα του.
«Είναι από χτες το πρωί, περίσσεψε. Ξερό τελείως… Πέτα το καλύτερα.»
Δεν της απαντά. Παίρνει το κομμάτι στα χέρια του, το βρέχει στον νεροχύτη, κι αρχίζει να το τρώει με μεγάλες μπουκιές…
(Αθήνα, 20/10/2024)
