Ο Πόντιος Πιλάτος δεν ήταν τέρας, ούτε μάρτυρας. Ήταν ένας αξιοματούχος που βρέθηκε σε μια επαρχία που δεν ήθελε και ανάμεσα σε έναν λαό που δεν καταλάβαινε, υπηρετώντας μια αυτοκρατορία που απαιτούσε απόλυτη πειθαρχία, και μηδενικά λάθη.
Η Ιουδαία ήταν για εκείνον μια πολιτική νάρκη, μια γη όπου η θρησκεία ήταν πιο ισχυρή από τον νόμο, και η πολιτική πιο εκρηκτική από τα ρωμαϊκά ξίφη.
Ήρθε με φιλοδοξίες και έφυγε με το όνομά του δεμένο για πάντα με μια δίκη που δεν ήθελε ποτέ να κάνει, όχι μόνο αυτός αλλά ούτε και κανένας άλλος άνθρωπος.
Ο Πόντιος Πιλάτος υπήρξε ο πέμπτος Ρωμαίος έπαρχος (prefect) της Ιουδαίας, υπηρετώντας υπό τον αυτοκράτορα Τιβέριο περίπου από το 26 έως το 36 μ.Χ. Η καταγωγή του παραμένει θολή, πιθανότατα προερχόταν από ιππική οικογένεια της Ρώμης, με στρατιωτική εμπειρία και όχι ιδιαίτερη διπλωματική παιδεία. Οι αρχαίες πηγές (Ιώσηπος, Φίλων Αλεξανδρείας και οι Ευαγγελιστές), τον περιγράφουν ως αυστηρό, συχνά άτεγκτο και όχι ιδιαίτερα ευαίσθητο απέναντι στις θρησκευτικές ιδιαιτερότητες των Ιουδαίων. Η παρουσία του στην Ιουδαία επιβεβαιώνεται και αρχαιολογικά, με την περίφημη «Πέτρα του Πιλάτου» που βρέθηκε στην Καισάρεια το 1961, ένα από τα ελάχιστα υλικά τεκμήρια για τη ζωή του.
Ο Πιλάτος εισέρχεται στο προσκήνιο της παγκόσμιας ιστορίας μέσα από τη δίκη του Ιησού. Οι ευαγγελικές αφηγήσεις τον παρουσιάζουν να αντιμετωπίζει έναν κατηγορούμενο που δεν βρίσκει ένοχο, αλλά και ένα πλήθος που απαιτεί την εκτέλεσή του.

Όταν ο Ιησούς στάθηκε μπροστά του, ο Πιλάτος είδε έναν άνθρωπο που δεν ταίριαζε σε κανένα ρωμαϊκό νόμο. Δεν ήταν επαναστάτης, δεν ήταν επικίνδυνος, δεν ήταν καν πολιτικός, ήταν κάτι χειρότερο για έναν έπαρχο.
Ήταν αθώος.
Και η αθωότητα, σε εποχές έντασης, είναι πιο επικίνδυνη από την ενοχή, γιατί δεν μπορείς να την τιμωρήσεις χωρίς να τιμωρήσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Ο Πιλάτος προσπάθησε να ξεφύγει, έψαξε νομικά παραθυράκια, έπαιξε με το πλήθος, έπλυνε τα χέρια του, αλλά η εξουσία δεν αναγνωρίζει καθαρά χέρια αλλά μόνο αποτελέσματα. Η απόφαση του Πιλάτου δεν ήταν θρησκευτική, ήταν πολιτική και η πολιτική, τότε όπως και τώρα, δεν συγχωρεί την αδυναμία.
Οι αρχιερείς δεν του ζήτησαν απλώς μια εκτέλεση, του έδειξαν το μέλλον του, «Αν τον αφήσεις, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα.»
Σε μια αυτοκρατορία όπου η εύνοια του Καίσαρα ήταν πιο σημαντική από την αλήθεια, αυτή η φράση ήταν θανατική απειλή. Η Ρώμη δεν ήταν στο πλευρό του, ο Σεϊιανός, ο πολιτικός του προστάτης, είχε πέσει και ο Πιλάτος ήταν μόνος, εκτεθειμένος, αναλώσιμος.
Η Ιερουσαλήμ έβραζε, μια σπίθα αρκούσε για να γίνει εξέγερση, και ο Πιλάτος δεν είχε καμία διάθεση να γίνει ο έπαρχος που άφησε την πόλη να εκραγεί.
Έτσι, η απόφαση δεν ήταν επιλογή, ήταν επιβίωση.
Ο Πιλάτος πίστεψε ότι με μια υπογραφή θα έκλεινε μια υπόθεση, αντί γι’ αυτό, άνοιξε μια νέα εποχή. Η καταδίκη από τη Ρώμη έδωσε στον Χριστιανισμό ιστορικό βάρος, ηθική υπεροχή όπου ένας αθώος που εκτελείται από την εξουσία γίνεται σύμβολο, μετατόπιση της ευθύνης γιατί η Ρώμη πήρε το βάρος και οι χριστιανοί πήραν την ελευθερία να εξαπλωθούν.
Ο Πιλάτος προσπάθησε να σώσει τον εαυτό του και τελικά έσωσε την αφήγηση του Χριστιανισμού.

Μετά τη δίκη, ο Πιλάτος συνέχισε να κυβερνά, αλλά όχι να ελέγχει, η φήμη του είχε ήδη ραγίσει.
Η τελική του πτώση ήρθε όταν κατηγορήθηκε για υπερβολική βία κατά των Σαμαρειτών, ανακλήθηκε στη Ρώμη, και εκεί, μακριά από την Ιουδαία, μακριά από τον Ιησού, μακριά από το πλήθος που κάποτε φώναζε, ο Πιλάτος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον μόνο δικαστή που δεν μπορούσε να ξεγελάσει, την αυτοκρατορική εξουσία.
Οι φήμες όμως διαφέρουν. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε και άλλοι ότι εξορίστηκε και χάθηκε στη σιωπή.
Όπως και να έχει, ο Πιλάτος έμαθε το μάθημα που μαθαίνουν όλοι όσοι υπηρετούν την εξουσία χωρίς να την κατανοούν, κανείς δεν θυμάται τις σωστές αποφάσεις τους, μόνο τις λάθος.
Αν θα μπορούσαμε να τον είχαμε απέναντί μας, αυτός μάλλον θα επέλεγε να μας πει σε απολογητική μορφή τα εξής….
«Δεν γεννήθηκα για να κρίνω θεούς, γεννήθηκα για να υπηρετώ την τάξη. Αυτό έμαθα, αυτό έκανα, αυτό πλήρωσα.
Κι όμως, μια μέρα, μου έφεραν μπροστά έναν άνθρωπο που δεν ταίριαζε σε κανέναν νόμο που γνώριζα, δεν ήταν στασιαστής, δεν ήταν εγκληματίας, δεν ήταν απειλή, ήταν κάτι πιο επικίνδυνο, ήταν ήρεμος και η ηρεμία του ήταν σαν καθρέφτης που μου έδειχνε τη δική μου ταραχή.
Λένε πως έπλυνα τα χέρια μου. Ναι τα έπλυνα, όχι για να καθαρίσω την αθωότητά μου, αυτή δεν την είχα ποτέ, τα έπλυνα για να ξεπλύνω τον φόβο μου, φόβο για τη Ρώμη, που δεν συγχωρεί αδυναμίες, φόβο για το πλήθος, που δεν συγχωρεί καθυστερήσεις, φόβο για τον εαυτό μου, που δεν συγχωρούσε την αλήθεια.
Κανείς δεν με ρώτησε τι είδα στα μάτια του είδα έναν άνθρωπο που δεν χρειαζόταν εξουσία για να επιβληθεί, είδα έναν άνθρωπο που δεν φοβόταν ούτε εμένα, ούτε τη Ρώμη, ούτε τον θάνατο κι αυτό για έναν έπαρχο που ζει από τον φόβο των άλλων, ήταν αφόρητο.
Μου λένε πως είχα επιλογή. Δεν είχα, η εξουσία δεν σου δίνει επιλογές, σου δίνει μόνο ευθύνες κι όταν δεν μπορείς να τις σηκώσεις, σε συνθλίβει.
Τώρα, λίγο πριν το τέλος μου καταλαβαίνω κάτι που τότε δεν μπορούσα, η Ρώμη δεν με χρησιμοποίησε επειδή ήμουν ικανός, με χρησιμοποίησε επειδή ήμουν αναλώσιμος.
Αν γύριζα πίσω, ίσως να έκανα το ίδιο, ίσως όχι, αλλά ξέρω πως εκείνη τη μέρα, στην αυλή του Πραιτωρίου, δεν δίκασα εγώ τον Ιησού, εκείνος δίκασε εμένα χωρίς να πει ούτε μια λέξη.
Κι η Ιστορία που δεν ξεχνά, με κράτησε εκεί που με άφησε η Ρώμη, όχι ως τύραννο, όχι ως ήρωα, αλλά ως παράδειγμα, παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος κρατά στα χέρια του μια απόφαση που δεν αντέχει η ψυχή του.
Αυτό ήμουν κι αυτό έμεινα.»
Ο Πόντιος Πιλάτος δεν ήταν ούτε ο απόλυτος κακός ούτε ο αθώος γραφειοκράτης. Ήταν ένας Ρωμαίος αξιωματούχος παγιδευμένος ανάμεσα στην πολιτική, την εξουσία και την ιστορία.
Κι όμως, η απόφασή του, είτε από φόβο είτε από υπολογισμό, έγινε ο καταλύτης για την εξάπλωση μιας πίστης που θα άλλαζε τον κόσμο.
