Ποιήματα Εποχής – 17 | Ποίηση και σιωπή του Παντελή Χαμπιδη
Επιμέλεια – παρουσίαση Θανάσης Μουσόπουλος
Δημιουργοί από την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (κυρίως) και όχι μόνο…
Αυτό τον καιρό στο fb δημοσιεύω κείμενά μου για την ποίηση φίλων ποιητών/ποιητριών που τους ζητώ να μου στείλουν 2-3 αδημοσίευτα ποιήματά τους. Θέλω να δούμε τι ποίηση γράφεται αυτό τον καιρό…
Το sparmatseto.gr αγκαλιάζει και προβάλλει αυτήν την σειρά
Ποιήματα Εποχής – 17 | Ποίηση και σιωπή του Παντελή Χαμπιδη
Τον Αύγουστο του 2020 δημοσίευσα το άρθρο «Ο πόνος σου, νοτάριος της μνημοσύνης» – Η ποίηση του Παντ. Χαμπίδη, αναφερόμενος στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του ξανθιώτη γόνου Παντελή Χαμπίδη «Άσκηση Ποιητικής», έκδ. Έμβρυο, 2020, σελ. 59. Πριν από ένα μήνα, τον Νοέμβριο του 2021, δημοσίευσα το άρθρο «Θηρεύω την κατάφαση» στη νέα ποιητική συλλογή του Παντ. Χαμπίδη «Γνωστικά Κεφάλαια», εκδ. Έμβρυο, 2021, σελ. 59.
Ο ποιητής των δύο βιβλίων έχει σχέση με την Ξάνθη, καθώς η μητέρα του είναι η αγαπητή Νατάσα Ζάννη. Ο Παντελής Χαμπίδης γεννήθηκε στην Βέροια Ημαθίας το 1994. Σπούδασε Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και από το 2018 μετεκπαιδεύεται στο τμήμα Ευαγγελικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Georg-August του Göttingen στον τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας και Διαχριστιανικών Σχέσεων με υποτροφία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συγκινήθηκα ιδιαίτερα, γιατί από τη μεριά του πατέρα του ο Παντελής συνδέεται με το Μικρόβαλτο Κοζάνης, ιδιαίτερη πατρίδα του αγαπητού αξέχαστου φίλου ποιητή Γιώργου Κωτούλα.
Ο νέος δημιουργός στην Άσκηση Ποιητικής ασκεί την όραση και δημιουργεί / ποιεί κατά τον θείο Πλάτωνα, μουσική και εικόνες. Η δημιουργία του – αυτό που ο ίδιος αποκαλεί φιλοσοφία και θρησκεία – αγγίζει βαθύτατα πολιτικά και ιστορικά θέματα.
«Το σώμα σαν αφήνει / να ακούσει τον αναστεναγμό των κρίνων, / όταν φωνή ο άνεμος δίνει».
Η «φωνή του ανέμου» μετατρέπεται σε «μύθο» στο στόμα γέρου: «Οι κάμποι, τα βουνά, η κτίση / δεν άκουγαν πια νύκτας θρήνους / αλλά ενός γέρου παραμύθια / στα εγγόνια της».
Ο τίτλος της δεύτερης συλλογής του Παντελή Γνωστικά Κεφάλαια, δανεισμένος από το ομώνυμο έργο του Ευάγριου του Ποντικού, επιχειρεί να πληροφορήσει ποιητικά τον φίλο αναγνώστη για την υπαρξιακή και ολιστική διάσταση της γνώσης.
Περὶ Φύσεως Ἀνθρώπου
Στα καλντερίμια της Εμέσης έτρεχε η ψυχή μου
τριγύρω ταχίνια, μπαχάρι σε πάγκους και σπυρωτό κύμινο
ανακατεύτηκαν στα χώματα, κόκκινα με σχήματα παλάμης,
που ψηλαφίζει κόκκους μήπως και βρει κάποια λαβή τυχαία να πιαστεί
και κάπου-κάπου συριακά πνιγμένα, ήμερα
στενάζανε από ομαγιάδικα αραβικά και κυκλωτές σφραγίδες.
Τα μαύρα ράσα του Αμπούνα Νεμεσίου κρεμασμένα σ’ένα κοντάρι ανεμίζανε.
Άνεμος; Πού πνέει προς Αντιόχεια, Αλεξάνδρεια, Ιεροσόλυμα, Ρώμη, προς την Πόλη;
Περὶ κακίας; Τριχῇ διήρειται τὸ θεώρημα:
φόβος, θυμός, και λύπη.
Τον παρακάλεσα να μου εμπιστευθεί κάποιες σύγχρονες δημιουργίες του για να τις παρουσιάσω στη σειρά των κειμένων μου «Ποιήματα Εποχής», με παλιούς και νεότερους ποιητές και ποιήτριες. Τον ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση. Δημοσιεύω δύο ποιήματά του.
Τα ποιήματα
α
Η μέλισσα κι ο Ίκαρος.
Η ιστορία διδάσκει:
τα χαμόγελα παρηγορούσαν διαρκώς τη μοναξιά
έγιναν λέξεις ψιθυριστές στον πόνο
σαν το μαλλί στη σιδερένια ρόκα, έτσι κι αυτές
σκεπάζουν τους παρατημένους.
Σάμπως τι θέλει ο άνθρωπος;
Λίγο ψωμί, λίγη κλωστή
και το φιλί της διπλανής πόρτας.
Ας μη φάει. Ας μη ντυθεί.
Αν δεν χαρεί την αγκαλιά… Η ιστορία διδάσκει…
Τί ζητάει η μέλισσα της κυψέλης, που το κερί της ίσως φανεί πιο χρήσιμο απ’ το μέλι;
Μια κηρήθρα ∙ ένα ξύλινο κρεβάτι μ’ ένα λευκό σεντόνι στην άκρη του δωματίου
κι ένα ορθάνοιχτο παράθυρο να βλέπει τον ορίζοντα.
Δεν την πειράζει, που έχει ανέκφραστο ουρανό.
Εν πάση περιπτώσει θα συναντήσει τον άνεμο.
Οι κέρινες σκελίδες των φτερών της θα απλωθούν στα σύννεφα.
β
Τα ερημικά του Μαρ Αθανασίου
Τα πόδια του άπλωσε στην ακροθαλασσιά. Πια γερασμένα.
Πρώτη φορά άλλωστε φεύγει εξορία;
Κι έτσι, όπως χάθηκε στη θάλασσα, μονολογούσε:
«Ας μαίνεται το Ιόνιο, το Λιβυκό κι όλα τα πέλαγα · τα κύματα θα με ξεπροβοδίσουν.
Στην Αλεξάνδρεια πίσω, ασαβάνωτο, προτού με καταπιεί η αρμύρα.
Πίσω στη Θηβαΐδα, στην παρηγοριά.
Να αγκυροβολήσω τα πέλματα γερά στην άμμο, που η σκέψη της ηρεμεί, πριν το νερό κοπάσει. Ο πολίτης της ερημιάς δεν βρίσκει δροσιά σε ωκεανούς, όπως το ψάρι έξω απ’ αυτούς.
Να κόψω με τα χέρια μου γλυκόριζα, σκόρδο και κανέλα.
Να γράψω στον πάπυρο καημούς εξόριστων στιγμών, που γέννησε ο αφρός, ξεβράζοντας ψυχές στην παραλία, και κληροδότησε τις ιστορίες τους στο χώμα από χοντρά, ξυλώδη στρώματα ναυαγισμένων πλοιαρίων.
Μια αιώνια κίνηση νεκρών προς ζωντανούς · επαιτούν δικαιοσύνη που παραγνώρισαν οι «ἐνοικούντες ἐπὶ τῆς γης.»
Ανάσανε τις τελευταίες ακτίνες του δειλινού, προτού αποχωριστεί τη μητρική αγκαλιά της Αιγύπτου. Σαν το μονόξυλο άφησε τη γη του, δάκρυσε.
Κι όμως δεν έτρεξαν τα μάτια του.
Θρήνησε, μα κοπετό δεν άκουσε η κτίση. Ίσως ο ουρανός.
«Η σιωπή σείει τη γη κι απ’ την πιο σφοδρή κραυγή
και γνήσιος καημός είναι εκείνος που ακούει μόνο ο Θεός.
Τα χέρια, που σηκώνονται σ ’αυτόν οδύρονται για τους ξερόλιθους, που απεδοκίμασαν οι θαλασσινοί.
Λησμόνησαν ότι και η πιο ξερή πέτρα βγάζει νερό, ενώ η αλμύρα φλογίζει.
Δεν ξεδιψάει το αφιλόξενο γαλάζιο, παρά η Όαση της Σίβα .»
Τέτοια κι άλλα ερημικά αναφώνησε ο Μαρ Αθανάσιος.
Παντελή, περιμένω βιβλίο με τα νέα ποιήματά σου…
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Ποιήματα Εποχής – 18 | Η σύγχρονη ποιητική φωνή της Μάγδας Παπαδημητρίου Σαμοθράκη” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”77562″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
