Είχα τη χαρά στις πρόσφατες αναγνώσεις λογοτεχνικών κειμένων να απολαύσω το θαυμάσιο έργο του Κωνσταντίνου Χ. Λουκόπουλου «Οικογενειακή ρίζα 70».
Ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος γεννήθηκε το 1965 στην Ελευσίνα. Έχει σπουδάσει φυσική, καθώς και ιστορία και φιλοσοφία της επιστήμης. Ποιήματά του και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά και έντυπα περιοδικά, σε συλλογικούς τόμους και ανθολογίες. Έχει εκδώσει τα βιβλία ποίησης: Επιτάφιος εν Ελευσίνι (μικρές εκδόσεις, 2018, β’ έκδ. Έναστρον, 2020), Ενύπνια τα Μεθεόρτια (Έναστρον, 2020), Γενόσημα (ΑΩ, 2021) και το βιβλίο Οι Πόλεις το Χειμώνα (Έναστρον, 2018) με μικροκείμενα και διηγήματα μπονσάι. Για χρόνια υπήρξε συγγραφέας βιβλίων φυσικής στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα και Έναστρον. Διατηρεί το ιστολόγιο: Έλευσις, ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας.
Προτού προσεγγίσουμε το πρόσφατο πεζογράφημά του, θα παρουσιάσω λίγους στίχους του, για μια μικρή γεύση της δημιουργίας του:
Εδώ πια, μόλις που τυπώθηκαν / και τα κούφια ποιήματα / – τα ζωντανά / γυαλίζανε / στο ξεροβόρι / μα δεν έστρεφαν / την κεφαλή – / θέριευε το μελάνι τους / να μ’ αρπάξει· / το είδα που μάτωνε / για τα καλά απ’ τα μάτια / τού ’ταξα / του συζήτησα / τέλος το έκαμα αίμα μου / κι έπεσα για ύπνο ξανά· / – τουλάχιστον / να μην φανεί / που κλαίω, / σκέφτηκα / – θα ’ρχεται τότε / κι ο Χάρος ακόμη / και θα με αμφισβητεί.
[Ενύπνια μεθεόρτια, Έναστρον, 2020]
Στο οπισθόφυλλο του έργου «Οικογενειακή ρίζα 70» διαβάζουμε:
“…Προς το σούρουπο, κι ενώ το φως κιτρίνιζε όπως χαμήλωνε ο ήλιος, ένας πιτσιρίκας την εντόπισε στη Μότση δυτικά του Μύλου, εκεί όπου το ρέμα έφτιαχνε μια λίμνη ρηχή, κι έβαλε τις φωνές. Στη στιγμή έτρεξε η μάνα της με μια δρασκελιά και την είδε που στεκόταν με την πλάτη στη νεροσυρμή, τα μαλλιά λυμένα, τα χέρια απλωμένα σε σταυρό, το φόρεμά της κατάλευκο, ενώ απ’ την πλάτη της εκτείνονταν δύο ξανθά φτερά, ενάμισι μέτρο το καθένα. Πίσω της σπίθιζε μια γαλάζια φλόγα, σαν καμινέτο οινοπνεύματος, κι όλη η φύση θόλωνε αναφανδόν. Στο νερό επέπλεε μια μαύρη γλίτσα δύο πόντους πάχος. Ως να τη φτάσουν, η εικόνα της γονάτισε και ξάπλωσε. Εκεί βρήκαν το σώμα της, βιασμένο και δαρμένο μέχρι θανάτου, από τον Μένιο, γιο της Μαρίτσας, χήρας Λεωνίδα Κοτσιδάρα, της οικογενειακής ρίζας 64, που υπηρετούσε τη θητεία του στο Διακοφτό…”
Δύο μελετητές του έργου καταθέτουν τις απόψεις τους για το μυθιστόρημα. Η Αγγελική Πεχλιβάνη (Χάρτης 56/ Αύγουστος 2023) αναφέρεται στον μαγικό ρεαλισμό ενός φυσικού επιστήμονα και σημειώνει:
«Το βιβλίο Οικογενειακή Ρίζα 70 αποτελείται από 31 ιστορίες μελών μιας οικογένειας (συγκεκριμένα ενός πολύκλωνου οικογενειακού δέντρου), με αρχικό πρόγονο τον Φίλιππο Ιωάννου Καλογερή καλύπτουν, όπως μπόρεσα να υπολογίσω, περίπου 180 χρόνια, (λίγο μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας μέχρι και το 2017), και εκτυλίσσονται κατά κανόνα στην περιοχή της Φωκίδος αλλά και γενικότερα στη Στερεά και δυτική Ελλάδα. Τριάντα μία ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι διηγήματα, δεδομένου ότι κάθε ιστορία είναι ενός-δυο, το πολύ τριών σελίδων και επικεντρώνεται σε έναν ήρωα που παραμένει «εκκρεμής» –προσέξτε: όχι ημιτελής αλλά εκκρεμής […] Ο Λουκόπουλος, εντάσσοντας το ανεξήγητο στην καθημερινότητα και προσδίδοντας στο φανταστικό εσωτερική αληθοφάνεια, εξανθρωπίζει την ιστορία, της δίνει βιωματικό και συναισθηματικό υπόστρωμα, την καθιστά οικεία, την μετατρέπει σε ατμόσφαιρα και αίσθηση».
Ο συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, θα έλεγα επεξηγεί τον τίτλο του βιβλίου:
«Μ’ επίκεντρο τη Ρούμελη αφηγείται τις μικροϊστορίες τεσσάρων γενεαλογικών δέντρων της οικογένειας Καλογερή, […] ένα γενεαλογικό παλίμψηστο, που έτσι όπως ξεκινά κάπου στη Ρούμελη για να απλωθεί στη Ναύπακτο, στη Φθιώτιδα, στη Φωκίδα, στον Βόλο, στα Σάλωνα, στα Τέμπη, στην Αμερική, τελικά κλείνει εντός του τη γενεαλογική πορεία όλου του λαού στη διάρκεια πενήντα-εξήντα χρόνων του εικοστού αιώνα».
Οι γυναίκες παντρεύονται από μικρές, γεννούν και μεγαλώνουν παιδιά, οι άντρες δουλεύουν και οι ζωή τους ένα κύκλος.
Και συμπληρώνει ο Χατζημωυσιάδης:
«Κατάρες, προλήψεις, ενόραση, μαντείες, θρύλοι, υπερφυσικές ιδιότητες, μαγγανείες παρελαύνουν απ’ την αρχή ως το τέλος του βιβλίου, δημιουργώντας μια απόκοσμη αλλά απολύτως αυθεντική ατμόσφαιρα όσον αφορά τον ιστορούμενο τρόπο ζωής. Λίγο-πολύ έτσι ζούσαν οι παππούδες κι οι προγιαγιάδες μας, ανακατεύοντας το λογικό με το εξωλογικό και αφήνοντας χώρο σε πρακτικούς γιατρούς, σε στοιχειά και δεισιδαιμονίες. Ο ιδιότυπος μαγικός ρεαλισμός του Λουκόπουλου με μπόλικα στοιχεία ηθογραφίας ζωντανεύει έναν τρόπο ζωής και σκέψης που εμπεριείχαν το παραλογικό και ανορθολογικό στοιχείο σαν οργανικά εγγεγραμμένο μέρος τους, σαν κοινωνική λειτουργία και ανθρώπινη δραστηριότητα».
Ένα δείγμα του κειμένου, νομίζω, επιβεβαιώνει τη «νέα κοπή» του λόγου του:
«Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό τους, έφυγε κι ο Μιχάλης για τον Πειραιά, και το σπίτι αφέθηκε να ρημάξει. Μαζί του πήρε μόνο τα ραβδιά και μια φωτογραφία όπου φαινόταν ο πατέρας του να βαστάει μια τσάπα, ο ίδιος με το πρώτο του ραβδί (της αγριελιάς) κι η μάνα του έγκυος στα δίδυμα, σχεδόν με την κοιλιά στο στόμα. Για τον Μιχάλη, τα δίδυμα ήταν σαν να μην είχαν γεννηθεί. Δεν τα ξανάδε κι ούτε μίλησε ποτέ στα δικά του παιδιά γι’ αυτά. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα ίχνη τους σχεδόν χαθήκαν, και μόνο φήμες κυκλοφορούσαν ότι ο οικισμός τους με πλινθόκτιστα σταβλάκια βρισκόταν κοντά στη θέση Δίραχο, ότι μεγάλωναν τα παιδιά τους μαζί με τα οικόσιτα ζώα τους και τους τρίτωνες της Δρακολίμνης που τους ακολουθούσαν πιστά σαν κατοικίδια, ότι οι κοιλιακοί μύες των νεοτέρων είχαν αποκτήσει πορτοκαλέρυθρο χρώμα όμοιο με της σαύρας, ότι από τα οπίσθιά τους φύτρωναν ουρές που έμοιαζαν με πλατιά πτερύγια, κι άλλα τέτοια γλαφυρά. Η γειτνίαση με τους τρίτωνες και όλοι οι θρύλοι που ’χαν γεννηθεί από αφηγήσεις γύρω από το βίο τους τους έκαναν γνωστούς μεταξύ των χωριανών ως ‘Δράκους’».
Κλείνοντας να σημειώσω ότι συγκινήθηκα ιδιαίτερα για δύο αναφορές του Κωνσταντίνου Χ. Λουκόπουλου.
Η πρώτη εκτεταμένη αναφορά του συγγραφέα στην ξανθιώτισσα Μέλπω Λογοθέτη Μερλιέ (σελ. 61 και βιογραφικό στη σελίδα 143). Η δεύτερη αναφορά σε μια Πομάκα, που παντρεύτηκε ο Θοδωρής (σελ. 72).
Ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος αποτελεί τη νέα φωνή της πεζογραφίας μας…
