Γλιστρά
η μπίλια του στυλό
επάνω στο χαρτί.
Κι έγραψε λέξεις,
κατά λάθος.
-επέδρασε το ποτό-
Βγήκε η οργή,
η θλίψη,
η γνώμη
που ποτέ δεν εξέφρασες.
-τις μεγαλύτερες αλήθειες,
τις λέει το οινόπνευμα,
όχι εμείς-
Η φαντασίωση του γραπτού.
Το βίωμα της ματαίωσης.
Παρένθεση ηρεμίας
στις ημέρες του χάους.
Αγκαλιάζουν,
γράφεις.
Φιλούν,
γράφεις.
Γελούν,
γράφεις.
-ηρεμία ή απουσία, τελικα;-
Σημειώσεις
ή προέκταση εαυτού;
“παράταιρος εγώ”
στην κανονικότητα.
Άραγε
θα μείνει τίποτε
τότε που οι λέξεις
-κι ο χρόνος-
θα στερέψουν;
Όπου να ‘ναι, ξεμπερδεύεις.
(Αθήνα, 11/3/2025)
