Μόνος περπατώ
μέσ’ την βροχή,
στις σκέψεις μου
τριγυρνάς εσύ.
Θυμάμαι
εκείνα τα όμορφα,
στεγνά βράδια
που περνούσαμε αγκαλιά.
Πλέον, μείναν οι αναμνήσεις.
Καμία στέγη
ούτε ομπρέλα
δεν μπορεί, πια, να με σώσει.
Όπως η βροχή
κυλά επάνω στο δέρμα μου,
κάπως έτσι,
κυλούσαν, τότε, και τα χάδια σου.
(δεν ξέρω, πλέον,
εάν βρέχομαι
από τα δάκρυα
ή από τα σύννεφα)
Πότε ξημέρωσε
δεν θυμάμαι.
Ούτε καν
την ώρα που με πλήγωσες.
Πού βρίσκομαι;
Που πάω;
Δεν έχω ιδέα.
Ξέρω, πως τίποτα
δεν αξίζει πλέον.
Γνωρίζω
πως οι αναμνήσεις
θα φύγουν,
θα χαθούν.
Κι εσύ μαζί τους.
Κι αν έκλαψα για εσένα,
όσο κι αν βράχηκε το σώμα,
δεν θα αφήσω να βραχεί η ψυχή μου.
Εκεί, παρέμεινα αδιάβροχος.
Καθένας διάλεξε τον δρόμο του.
Ο δρόμος ο δικός μου,
τραβάει, πλέον, προς τον ήλιο.
