Θα μπορούσαμε με μία χρονομηχανή να ταξιδέψουμε σε ένα από αυτά τα παραδοσιακά, ανδροκρατούμενα καφενεία της δεκαετίας του ’50.
Ένα από αυτά τα μικρά καφενεία, τα γραφικά, στα οποία υπάρχει απουσία γυναικείας παρουσίας. Ή η γυναίκα υπάρχει μόνο για να εξυπηρετεί, να φτιάχνει ποικιλίες και να σερβίρει.
Αφήνοντας το βλέμμα σου να περιηγηθεί στα ήθη μίας διαφορετικής εποχής, η ματιά σου πέφτει άξαφνα σε έναν άνδρα μέσης ηλικίας, έναν μάγκα που κρατάει ένα μπουζουκάκι και έχει ένα χαρτί με λόγια και σκέψεις του ανακαταμένες.
Με το μουστακάκι του, το βαρύ του ύφος, τους αναστεναγμούς του. Με μία φωνή μπάσα που μιλάει κοφτά και δεν μπλέκεται σε συζητήσεις και λόγια πολλά.
Αυτός ο κύριος με τα άσπρα μαλλιά, τον οποίο πολλοί θα μπορούσαν να χαρακτηρίζουν απρόσιτο, είναι ο Μάρκος Βαμβακάρης.
Ο Βαμβακάρης που έβαλε το ρεμπέτικο στα σαλόνια, που έκανε φτωχούς και πλούσιους, κοντεσσες και λαϊκές, να σιγοτραγουδήσουν “τα ματόκλαδά σου λάμπουν”.
Μέσα στον έντονο καπνό του καφενείου, μέσα στη νοητική χαλάρωση από το μαστούρα, ο Βαμβακάρης χαρίζει στα τραγούδια του το γνωστό χασικλίδικο ύφος τους. Το οποίο λογοκρίθηκε και ήταν η αιτία ορισμένα από αυτά να υποχρεωθούν σε αλλαγή στίχου ώστε να συμμορφωθούν και να είναι πιο ευπρεπή.
Ο Βαμβακάρης είναι ο πατριάρχης του ρεμπέτικου, ο άνθρωπος που έβαλε το μπουζούκι στην υψηλή κοινωνία και έκανε ακατάδεχτους να νταλκαδιάσουν με τα τραγούδια του.
Με τη Φραγκοσυριανή του, ενένεπνευσε λαϊκούς καλλιτέχνες οι οποίοι το τραγούδησαν και το έκαναν δημοφιλές άσμα είκοσι πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του.
Ο βαρύς μάγκας που μαστουρώνει, προκαλεί την Καθολική εκκλησία, υμνεί τη Θεσσαλονίκη και αποτυγχάνει στους γάμους του.
Ο πρωτοπόρος του μπουζουκιού ακόμα τραγουδιέται, ακόμα τιμάται. Ακόμα και η μουσική εξελίσσεται, όπως η ίδια η ροή της ανθρώπινης πορείας, οι άνθρωποι που έβαλαν το λιθαράκι τους μένουν διαχρονικοί.
