“ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: [εσωτερικό ενός μπαρ, νυχτερινές ώρες. Η Άννα κάθεται στο σκαμπό, μόνη. Μπαίνει ο Αλεξανδρίδης από την πόρτα. Τον βλέπει, δείχνοντας την έκπληξή της.]
ΑΝΝΑ: Πώς στο διάβολο βρέθηκες εδώ;…”
Προσπάθησε να τραβήξει μια τζούρα από το τσιγάρο του ενώ ταυτόχρονα έγραφε. Όμως είχε σβήσει όπως το κράταγε με τα χείλη. Έσκυψε μπροστά για να πιάσει τον αναπτήρα.
Τότε είδε και την ώρα στην οθόνη του κινητού του:
20:52
Θ’ αργούσε στο περίπτερο.
Τινάχτηκε πάνω παρατώντας χαρτιά και στυλό, ντύθηκε, φόρεσε παπούτσια κι έφυγε τρέχοντας.
Το ημιτελές σενάριο πετάχτηκε κατά λάθος στα σκουπίδια την επόμενη μέρα, μαζί με ένα σημείωμα ελλείψεων και μια πρόχειρη απογραφή αποθήκης.
Το χέρι που κουβαλά, τσάκισε το χέρι που γράφει. Κι ας ανήκουν, και τα δύο, στο ίδιο σώμα, στο ίδιο κεφάλι.
Η καθημερινότητα κατάπιε την δημιουργία…
Αθήνα,
3/10/2023
