Από την ηθική απαίτηση των ανθρώπων, εδώ και αιώνες, στις σύγχρονες ανισότητες που συναντάμε σε υγεία, εργασία και αξιοπρέπεια.
Κάθε χρόνο στις 20 Φεβρουαρίου, ο κόσμος κάνει μια μικρή παύση για να κοιτάξει κατάματα κάτι που κανονικά θα έπρεπε να κοιτάζει καθημερινά. Η Παγκόσμια Ημέρα Κοινωνικής Δικαιοσύνης δεν είναι μια τυπική επέτειος για να γεμίζουν τα ημερολόγια με ανακοινώσεις. Είναι θεσμός υπενθύμισης και μαζί θεσμός ευθύνης. Μια ημερομηνία που δεν μας χαρίζεται για να νιώσουμε καλύτεροι, αλλά για να μετρηθούμε με τις ανισότητες που επιμένουν να φοράνε εδώ και αιώνες το προσωπείο της κανονικότητας.
Ο εορτασμός της, ως παγκόσμια αναγνώριση της ανάγκης για αξιοπρέπεια, ισότητα ευκαιριών, δικαιώματα στην εργασία και κοινωνική προστασία, λειτουργεί σαν συλλογικός καθρέφτης. Δεν δείχνει μόνο τι πετύχαμε, δείχνει κυρίως τι αφήσαμε πίσω. Και αυτό είναι το νόημα ενός θεσμού που επιμένει. Να κρατά ζωντανή την πιο ενοχλητική ερώτηση κάθε κοινωνίας. Ποιος πληρώνει το κόστος της προόδου και ποιος μένει εκτός κάδρου, αόρατος, μέχρι να γίνει στατιστικός αριθμός.
Η Κοινωνική Δικαιοσύνη δεν είναι μια οντότητα ντυμένη με θεσμικά ρούχα. Είναι ένας όρος με συγκεκριμένο βάρος, σχεδόν μετρήσιμο, που περιγράφει το πώς μοιράζονται μέσα σε μια κοινωνία τα αγαθά, οι ευκαιρίες, οι υποχρεώσεις και κυρίως η αξιοπρέπεια. Δεν αφορά μόνο το αν οι νόμοι είναι «ίδιοι για όλους» στο χαρτί, αλλά αν οι συνθήκες ζωής επιτρέπουν στους ανθρώπους να σταθούν το ίδιο ίσοι και στην πράξη.
Στον πυρήνα της, η Κοινωνική Δικαιοσύνη δηλώνει ότι η κοινωνία είναι κάτι περισσότερο από άθροισμα ατόμων και αγορών. Είναι πεδίο πρόσβασης και αποκλεισμών, σχέσεων ισχύος, αόρατων ραγών που κατευθύνουν τις διαδρομές μας πριν καν κάνουμε το πρώτο βήμα. Αν η δικαιοσύνη, ως νομική έννοια, κοιτάζει την παράβαση και την ποινή, η κοινωνική δικαιοσύνη κοιτάζει το έδαφος πριν από την πράξη. Το έδαφος που κάνει κάποιον να τρέχει σε στίβο και κάποιον άλλον στην άμμο.
Επιστημονικά, το κλειδί βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα στην τυπική ισότητα και την ουσιαστική ισότητα. Τυπική ισότητα σημαίνει ίδιοι κανόνες για όλους. Ουσιαστική ισότητα σημαίνει πραγματικές δυνατότητες ζωής. Η κοινωνική δικαιοσύνη ζητά το δεύτερο, όχι με ευχές, αλλά με πολιτικές που αλλάζουν τους όρους συμμετοχής στο κοινό παιχνίδι.
Και επειδή οι έννοιες που δεν ακουμπούν την καθημερινότητα καταντούν διακοσμητικές, ιδού χαρακτηριστικά παραδείγματα, όχι ως λίστα καλών προθέσεων, αλλά ως ακτινογραφίες του τι σημαίνει «δίκαιο» όταν μετριέται σε ζωές.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει πρόσβαση στην υγεία χωρίς οικονομική τιμωρία.
Όχι απλά δηλαδή να υπάρχει νοσοκομείο στον χάρτη, αλλά να μην είναι η θεραπεία εμπόρευμα που επιλέγεις ή απορρίπτεις ανάλογα με το οικονομικό περίσσεμα του μήνα. Όταν μια χρόνια πάθηση οδηγεί σε οικονομική κατάρρευση, δεν έχουμε μόνο υγειονομικό πρόβλημα. Έχουμε κοινωνικό καθεστώς ανασφάλειας.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει παιδεία ίση για όλους.
Να μην είναι το σχολείο μηχανή αναπαραγωγής των διαφορών, όπου η γειτονιά καθορίζει τη γνώση, όπου η γνώση καθορίζει τη ζωή. Δίκαιο δεν είναι να δίνεις τις ίδιες ευκαιρίες μάθησης σε παιδιά από άνισες κοινωνικές καταβολές. Δίκαιο είναι να φτιάχνεις ευκαιρίες μέσω της γνώσης που να μην προεξοφλούν την ήττα τους πριν καν ξεκινήσει ο στίβος της ζωής.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει εργασία που δεν ακρωτηριάζει την αξιοπρέπεια.
Μισθός που επιτρέπει την αξιοπρεπή ζωή και όχι μόνο την επιβίωση, ωράριο που δεν καταβροχθίζει τον άνθρωπο, ασφάλεια που δεν είναι «προνόμιο», κανόνες που δεν αφήνουν τον εργαζόμενο μόνο απέναντι σε μια απρόσωπη εργασιακή εξουσία. Η αγορά αγαπά να μιλά για «ευελιξία». Η κοινωνική δικαιοσύνη ρωτά ποιος αντέχει σ’ αυτήν.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει κοινωνική προστασία ως κοινή ασπίδα.
Επιδόματα ανεργίας, στήριξη αναπηρίας, ασφάλιση, δημόσια στέγαση, δομές φροντίδας. Όχι σαν ψίχουλα ελεημοσύνης, αλλά σαν επιστημονικά τεκμηριωμένη άμυνα μιας κοινωνίας απέναντι στο σοκ της ανθρωποφάγας εξέλιξης. Γιατί η «ατομική ευθύνη» είναι ωραία φράση μέχρι να χτυπήσει την πόρτα η ατυχία. Τότε αποκαλύπτεται πόσο συλλογική είναι η επιβίωση.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει μηδενική ανοχή στις διακρίσεις στην πράξη, όχι μόνο στα λόγια.
Φύλο, καταγωγή, ηλικία, αναπηρία, σεξουαλικός προσανατολισμός, θρησκεία. Δίκαιο είναι να μην υπάρχουν κρυφές πόρτες και κρυφές επιλογές για την ίδια εργασία, την ίδια κατοικία, την ίδια πρόσβαση. Όταν η κοινωνία λέει «ίσες ευκαιρίες» αλλά ορισμένοι ξεκινούν ήδη με μπόνους αστερίσκους, η ισότητα είναι απλά μια λέξη στην γραμματική.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει δίκαιη φορολόγηση και δίκαιη κατανομή χρήματος.
Να μην είναι η φορολογία ένας μηχανισμός που πιέζει τους πολλούς σαν μέγγενη, ενώ οι λίγοι περνούν ζωή και κότα. Δίκαιο δεν είναι να πληρώνουν όλοι τα ίδια. Δίκαιο είναι να συνεισφέρουν ανάλογα με τη δυνατότητα, ώστε το κοινό να μην χτίζεται πάνω σε φτωχές πλάτες δίνοντας ασυλίες στο κεφάλαιο.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει συμμετοχή και δυνατή φωνή για όλους.
Να μπορείς να ακουστείς χωρίς να έχεις φραγμούς και φερέφωνα, να έχεις πρόσβαση στη δημόσια ζωή χωρίς να χρειάζεται να αγοράσεις την ελευθερία της γνώμης σου. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο στην κάλπη. Είναι και η ελεύθερη έκφραση. Όταν ομάδες ολόκληρες ζουν στη σιωπή, η αδικία γίνεται ένας θεσμός με χαμηλή ένταση.
Κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει η ισότιμη για όλους μετάβαση στην εποχή της κλιματικής και τεχνολογικής αλλαγής.
Να μη μετατρέπεται η πράσινη βιωσιμότητα σε νέους φόρους, ούτε η τεχνολογία σε φίλτρο που αποκλείει όσους δεν έχουν πρόσβαση, δεξιότητες, χρόνο. Δίκαιο είναι η αλλαγή να μη μοιάζει με κύμα που σηκώνει τους ήδη ισχυρούς και πνίγει τους ήδη ευάλωτους.
Με αυτά τα παραδείγματα στο νου, η Κοινωνική Δικαιοσύνη παύει να είναι αφηρημένη έννοια. Γίνεται πραγματική. Και υποχρεωτική, γιατί δείχνει κατάματα τις αντιφάσεις μας. Θέλουμε ανάπτυξη, αλλά χωρίς να συζητάμε ποιος μένει πίσω. Θέλουμε ασφάλεια, αλλά χωρίς κοινωνική προστασία. Θέλουμε «καινοτομία», αλλά χωρίς δικαιώματα στην εργασία. Θέλουμε πρόοδο, αλλά με όρους που θυμίζουν ένα παλιό χρέος σε ένα νέο νόμισμα (δραχμούλα σε €).
Υπάρχουν λέξεις που γεννήθηκαν για να παρηγορούν και άλλες που γεννήθηκαν για να ενοχλούν. Η Κοινωνική Δικαιοσύνη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι λέξη για πανό και επετείους. Είναι η ερώτηση που δεν σε αφήνει να κοιμηθείς ήσυχος. Ποιος πληρώνει το κόστος της ευημερίας και ποιος εισπράττει το μέρισμα. Ποιος μετράει ως άνθρωπος, ως πολίτης, ως εργαζόμενος και ποιος περνά σαν θόρυβος, σαν στατιστική, σαν ένα αναλώσιμο υλικό.
Από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, η κοινωνική δικαιοσύνη ταξίδεψε από την ηθική απαίτηση στη θεσμική ολοκλήρωση, κι από εκεί ξανά στην καθημερινή αμφισβήτηση, γιατί κάθε εποχή εφευρίσκει νέους τρόπους να βαφτίζει την ανισότητα «αναπόφευκτη». Και κάθε εποχή χρειάζεται ανθρώπους που να θυμίζουν ότι το «αναπόφευκτο» είναι συχνά απλώς η άνεση των ισχυρών.
