Είναι τόσο μεγάλος ο πόνος και η θλίψη για όλους αυτούς που τόσο άδικα χάθηκαν.
Είναι τόση, μεγάλη η οργή για την ανευθυνότητα των υπευθύνων και τον τρόπο που χειρίζονται τις ζωές μας.
θα ‘θελα να μιλήσω, να φωνάξω, να ουρλιάξω, μα απ’ τα χείλη μου δε βγαίνει ανάσα.
Ας μιλήσει λοιπόν η ποίηση για όλα αυτά που το στόμα μου δεν μπορεί να βγάλει.
Ένα μικρούλι τόσο δα μνημόσυνο, στη νιότη που χάθηκε εκεί, απάνω στις γραμμές.
Ένα βράδι στο σταθμό-ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
Τι θλιβερό πράμα ο Σταθμός,
που μόλις να’χει φύγει το τραίνο.
Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ
στις ράγιες του βαριά σταματημένο
και πηγαινοέρχονταν γοργά,
ανίδεα γελώντας ταξιδιώτες.
Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί
δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.
Η άδεια θέση κ’ η σιωπή
μες στο Σταθμό που του’φυγε το τραίνο.
Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν
κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο
όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Κάθε φορά τους φεύγει κι’ από κάτι
και κείνοι μένουν στο Σταθμό
λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί
δήθεν κ’ η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
– Καταραμένε χωρισμέ
όμως και σένα απόψε θ’ αγαπήσω.
Γιατί το «χαίρε» ήταν γλυκό
καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα
απ’ το μαντήλι πιο λευκό
κι’ απ’ τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,
που δεν το είχα ιδεί ποτέ
τόσο γαλήνια ωραίο τ’ όραμά σου,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μου τρέμουνε τα χείλη στ’ όνομά σου.
(Gare du Nord, Παρίσι 1927)
