Η πλήρης άρνηση του Ιμέρου, εάν αυτός δεν έχει ως “δέκτη” της δική της μορφή. Εάν, στη μέθη, βλέπεις μόνο Αυτή, τη στιγμή που, γύρω, υπάρχουν μόνο άφυλα όντα, τα οποία στερούνται οποιαδήποτε ερωτικής υποστάσεως…
Θα προσπαθήσω να το διατυπώσω απλά. Ο αείμνηστος Κωστής Παπαγιώργης, το είχε εκφράσει καλύτερα -και πιο σύνθετα- στα δοκίμιά του.
Μιλώ για τη στιγμή που, ο έρωτας, αποκτά προσωποποιημένη υπόσταση, συγκεκριμένη μορφή.
Όταν παύει να αποτελεί κάτι το φιλοσοφικό, λογοτεχνικό, ανάλυση, και μετατρέπεται σε ένα όν με σάρκα, οστά, ονοματεπώνυμο. Σε έναν κάτοχο Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητος.
Εκεί, μαζί με τη συγκεκριμενοποίηση, έρχεται και η προαναφερθείσα άρνηση: η άρνηση προσκλήσεως ερωτικής επιθυμίας και διεγέρσεως από όποια άλλη. Όχι μόνο εκούσια, αλλά, κυρίως ακούσια. Το ίδιο το σώμα αρνείται να διαφθαρεί, αναζητώντας μόνο αυτό το “Ένα”, το “Αυτό”.
Το παραπάνω φαινόμενο, επιφέρει ακόμη και την, μοναστηριακής φύσεως, εγκράτεια, στην περίπτωση παραγόντων που δεν καθιστούν εφικτή την, άμεση τουλάχιστον, σαρκική επαφή.
Εκεί, ανακαλύπτει ο Άνθρωπος τη δύναμή του. Όχι επειδή η αποχή του επιβλήθηκε (ή επιβάλλει ο ίδιος τον εαυτό του σε αυτή), αλλά επειδή το θέλει, νιώθει καλά εντός της. Διότι, μονολογεί “Αυτή είναι η γυναίκα της ζωής μου”._
