Χτύπος τηλεφώνου.
“Χρωστάτε τόσα.”
Τον πιάνει φόβος. Έχει σιχαθεί το τραγούδι που ο ίδιος έβαλε στο κινητό για ήχο κλήσης, όπως και αυτό που έχει η ΔΕΗ στην αναμονή. Μια μέρα τα άκουσε έξω, και του ήρθε να ξεράσει.
Τηλεφώνημα δεύτερο:
“πού ‘ναι τα λεφτά μου ρε;”
Ερώτημα αιώνιο, στο οποίο δεν ξέρει τι να απαντήσει. Στον λογαριασμό του, μπακίρια, και στο πορτοφόλι 1,90.
Κλείνει. Ανάβει τσιγάρο και προσπαθεί να ηρεμήσει, να πάρει ανάσα. Ζεσταίνεται, το κεφάλι του πάει να σπάσει. Ξέμεινε όμως απο παυσίπονα.
Ξανά τηλέφωνο. Τρίτη φορά.
Παρακαλάει μέσα του να ‘ναι κάνας φίλος του, ή οποιοσδήποτε άσχετος. Έχει συνδέσει πλέον την έννοια του τηλεφωνήματος, με τις κακές ειδήσεις και τα χρέη.
Η ευχή εισακούστηκε. Όντως, καλός φίλος. Συζητάνε, αστειεύονται. Προσπαθεί να γελάσει με το ζόρι, δεν τον αφήνει η κατάσταση.
Κλείνουν.
Κοίτα την οθόνη του κινητού, πριν προσπαθήσει να ξαπλώσει λίγο.
Ξαπλώνοντας, ακούει για πολλοστή φορά το τηλέφωνο να χτυπά. Κοιτάζει την οθόνη, κάνεις, τίποτε. Ψευδαισθήσεις. Από το άγχος, νιώθει πως αρχίζει να τρελαίνεται, διότι ακούει αόρατα τηλέφωνα να χτυπούν. Ξέρει πως, εάν τον πάρει ο ύπνος, θα ακούει τις φωνές τους.
“Λεφτά, λεφτά, λεφτά…”
Αυτή η γαμημένη λέξη, που ανάθεμα σε όποιον ανακάλυψε κι αυτήν, και την σημασία της. Ανάθεμα στον υλισμό!
Χτυπά κουδούνι. Έπειτα, η πόρτα. Δικαστικός επιμελητής -εξευγενισμός του όρου “δικαστικός κλητήρας”-, και δύο αστυνομικοί.
“Γαμώτο, η τράπεζα.”
Χειρότερη κι από την εφορία έχει καταντήσει. “Εφορία”, το αντίθετο της λέξεως “ευφορία”… Ένα γράμμα αφαιρείς, κι η έννοια αλλάζει τελείως!
Χρόνος για σκέψεις δεν υπάρχει. Ή τώρα, ή ποτέ. Τρέχει στο υπνοδωμάτιο. Η παλιά ντουλάπα, η καραμπίνα του παππού στο ντουλάπι με τα χαλιά.
“Ή αυτοί, ή εγώ…”
Δεν είναι δολοφόνος όμως. Άρα, λύση υπάρχει μόνο μία…
Η κάνη στο στόμα, νιώθει τη γεύση της σκόνης να ανακατεύεται με το μέταλλο. Το χέρι στη σκανδάλη…
Ο δικαστικός επιμελητής κι η αστυνομικοί βρήκαν ένα ακέφαλο, χεσμένο πτώμα, και τον τοίχο γεμάτο αίματα, κόκκαλα, μυαλά.
Ξεπλήρωσε,
ξόφλησε…
