“Πού το βρήκατε αυτό το χαρτονόμισμα κύριε;”
Ο υπάλληλος της τράπεζας του απηύθυνε το ερώτημα με περισσή αυστηρότητα, σχεδόν φωνάζοντας. Πάλι καλά που χρησιμοποιούσε τον πληθυντικό αριθμό. “Κυρίε”, και όχι “ρε”. Τα φθαρμένα του ρούχα είχαν τραβήξει αμέσως την προσοχή του υπαλλήλου της Εθνικής Τραπέζης.
“Πέσαμε σε καχύποπτο…”
Δεν του έμενε, παρά να να πει όλη την αλήθεια. Στο κάτω – κάτω, δεν υπήρχε κάτι το μεμπτό σε αυτήν.
Του εξήγησε, λοιπόν, πως το χαρτονόμισμα είχε βρεθεί από τον ίδιο, το προηγούμενο βράδυ -“μεσάνυχτα και βάλε” τόνισε-, στον δρόμο πίσω από τον σταθμό του Ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι -επιστρέφοντας από τσίπουρα με φίλους, λεπτομέρεια που θεώρησε περιττό να αναφέρει-, και πως το μάτι του έπεσε σε ένα τσαλακωμένο καφέ χαρτί στον δρόμο. Γύρισε πίσω, λοιπόν, και είδε πως επρόκειτο για ένα χαρτονόμισμα των 50 Στερλινών.
“Θα το έχασε κάνας Άγγλος τουρίστας” είχε σκεφτεί, χώνοντάς το γρήγορα στην τσεπη, μη τυχόν και τον δει κανείς, κι ισχυριστεί πως είναι δικό του. Έριξε και μερικές ματιές τριγύρω, μπας και -χτύπα ξύλο- το ψάχνει ο κάτοχός του, κι όταν είδε πως κανένας δεν ψάχνει για τίποτε, παρά μόνο ένας σκύλος μια πεταμένη σκουπιδοσακούλα, συνέχισε το περπάτημα για το σπίτι.
Ταυτόχρονα, βέβαια, είχε αποκτήσει κι ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, εξαιτίας της ανέλπιστης τύχης του. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, το χαρτονόμισμα άξιζε αρκετά χιλιάρικα, και “του ήρθε κουτί”, εφόσον ο ίδιος, μετά και τα βραδινά τσίπουρα, είχε μείνει με 430 Δραχμές στην τσέπη, το οποίο το έλεγες και απελπισία σκέτη…
Και κάπως έτσι, το επόμενο πρωί, ντύθηκε τελείως βιαστικά, και έτρεξε στο κατάστημα της Εθνικής Τραπέζης επί της οδού Πειραιώς, ώστε να αλλάξει το πενηντάλιρο σε δραχμές…
Όμως, λίγο η εμφάνισή του που ήταν ατιμέλητη, λίγο που τα ρούχα του ήταν ξεθωριασμένα και φθαρμένα (και του το έλεγε η μάνα του, τόσα χρόνια στην εφημερίδα, κι ούτε ένα παντελόνι δεν αξιώθηκε να πάρει. Κι είχε δίκιο, αφού τον μισθό του τον έτρωγε σε τσιγάρα, αλκοόλ, καφέδες και βιβλία), είχε να ξυριστεί και δυο βδομάδες, ήρθε και η καχυποψία ενός τυπολάτρη υπαλλήλου, και το γλυκό έδεσε…
Κλήση στο 100 λοιπόν, και ο Χρήστος κατέληξε “με δόξα και τιμή” στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας για “περεταίρω εξηγήσεις”!
Κι εάν ο υπάλληλος της τράπεζας ήταν απλά καχύποπτος, ο Αξιωματικός Υπηρεσίας ήθελε να γίνει ο Αστυνόμος Μπέκας, λύνοντας το μέγα μυστήριο! Ξανά και ξανά οι ίδιες ερωτήσεις: “Που το βρήκες; Ήταν απλά πεταμένο, ή βρισκόταν μέσα σε πορτοφόλι; Πού πέταξες το πορτοφόλι;”.
Και να επαναλαμβάνει ο Χρήστος την ιστορία που είπε και στον ταμία -και που ήταν κι η αλήθεια-, και να αγριεύει ο Αξιωματικός Υπηρεσίας, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες ερωτήσεις -καθώς και τις ίδιες τρεις μουσικές νότες που γνωρίζει καλά η Ελληνική Αστυνομία: μι – λα – ρε-, και να επιμένει ωρυόμενος ο Χρήστος.
Ώσπου, ο γαλονάς, μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, δίνει εντολή να πάρουν τον Χρήστο στο κρατητήριο, μέχρι να έρθει ο διοικητής του τμήματος να δώσει τη λύση.
-Και τι ώρα έρχεται ο διοικητής…;
-Λείπει σήμερα… Αύριο Δεκαπενταύγουστος… Ε, μεθαύριο πρωί θα είναι εδώ.
Την έκρηξη του Χρήστου διέκοψε η άγρια φωνή του γαλονά.
“Σκασμός!!! Σαραντόπουλε, πάρ’ τον μέσα!”
Και κάπως έτσι, βρέθηκε στο κρατητήριο…
“Ποιος είμαι ρε πούστη; Ο Κοσκωτάς;!”
Νευρικό γέλιο τον είχε πιάσει. Βρήκε τον μπελά του από το τίποτα. Τώρα, θα ερευνούσαν κάθε καταγγελία για κλοπή. Για κλοπή που απλά δεν υπήρχε!
“Κοίτα ταλαιπωρία, παραμονή Δεκαπενταύγουστου…”
Η κατάσταση του φαινόταν τελείως γελοία…
Προσπαθούσε πάντως να δει και την καλή πλευρά του πράγματος: στο κελί ήταν μόνος του, οπότε δεν είχε κάποιον να του πρήζει τα…συκώτια!
Η υπόλοιπη ημέρα, καθώς και η επόμενη, της αργίας, κύλησαν πάντως ήρεμα. Τον κέρασαν και τσιγάρα οι αστυνομικοί -αφού,το πακέτο του, το τελείωσε μέσα σε λίγες ώρες-, αντάλλαξε μαζί τους και μερικές κουβέντες, επαναλαμβάνοντας καμιά πενηνταριά φορές το πώς βρέθηκε εκεί μέσα, και λαμβάνοντας πάντα την ίδια καθησυχαστική απάντηση πως δεν έχει να φοβηθεί τίποτε εάν δεν έκανε κάτι, και πως θα τα ξεκαθαρίσει ο διοικητής.
Βέβαια, δεν γλίτωσε τους περίεργους “συγκατοίκους”, αλλά η κοινή τους διαμονή κρατούσε ελάχιστα, και κατά τη διάρκειά της, αν και φύσει κοινωνικός τύπος ο Χρήστος, την έβγαζε αμίλητος…
Ώσπου, το πρωινό της 16ης Αυγούστου, άκουσε το επώνυμό του από το στόμα ενός αστυφύλακα, ενώ ακόμη κοιμόταν. Τρέκλιζε ζαλισμένος από το απότομο ξύπνημα όταν οδηγήθηκε στο γραφείο του διοικητή.
Ο ένστολος μεσήλικας με το παχύ μουστάκι δεν έχασε χρόνο. Του είπε αμέσως να καθίσει, και ξεκίνησε να διαβάζει την αναφορά του Αξιωματικού Υπηρεσίας.
“Σήμερα, 14 Αυγούστου 1990, ημέρα Τρίτη, και ώρα 10:40 π.μ., μετά από κλήση που δέχτηκε η Άμεση Δράση από το υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης επί της Οδού Πειραιώς…”
Διάβαζε γρήγορα, μα καθαρά. Στην αναφορά, συμπεριλαμβανόταν και όλη η ιστορία, όπως ακριβώς την είχε διηγηθεί ο Χρήστος.
“Τουλάχιστον τα έγραψε όπως έγιναν ο μαλάκας…” σκέφτηκε μέσα του.
Έπειτα, αφού ο διοικητής κάθησε λίγο σκεπτικός -είχε ήδη επικοινωνήσει με τον κατώτερό του και δυο αστυφύλακες που είχαν υπηρεσία την ημέρα εκείνη-, ψέλλισε “μάλλον τζάμπα σε κράτησαν μέσα…”
-Μπορώ δηλαδή να πηγαίνω;
-Ναι… Τώρα, βέβαια, μην αρχίσεις τις βλακείες για αναφορές κλπ, το ζήτημα θεωρείται λήξαν.
“Κλασσικές συμβουλές για να μη βρει ο μπάτσος τον μπελά του… Δε γαμιέται, δε θα το σκαλίσω καν…” σκεφτόταν ο Χρήστος, καθώς σηκωνόταν να φύγει.
Το κύριο ζήτημα που τον ταλάνιζε όμως, ήταν άλλο:
-Εμ… Με συγχωρείτε… Και με το πενηντάλιρο τι θα γίνει;
-Το έχουμε κατασχέσει. Εσύ δεν παραδέχτηκες πως δεν είναι δικό σου, αλλά το βρήκες κάτω;
Κατέβασε το κεφάλι. Τόση ταλαιπωρία για το τίποτε. Και η αφραγκία θα συνέχιζε να τον δέρνει πολλές ημέρες ακόμη. Τουλάχιστον είχε τις 430 Δραχμές, έφταναν για τσιγάρα.
Με το ζορι του βγήκε το “καλή σας μέρα” όταν βγήκε από το γραφείο. Κατέβηκε τις σκάλες, βγήκε στον δρόμο, και αμέσως, με τα μάτια του, έψαξε να βρει περίπτερο. Το είδε ακριβώς απέναντι. Πέρασε το δρόμο γρήγορα -είχε σκάσει χωρίς τσιγάρο-, κι αγόρασε ένα πακέτο.
“Φίλε!”
Άκουσε τη φωνή πίσω του, ενώ κοντοστεκόταν ανοίγοντας τα “Κιρέτσιλερ”. Γύρισε, και είδε τον αστυφύλακα, που τον είχε συνοδεύσει από το κρατητήριο στο γραφείο του διοικητή, να τρέχει προς το μέρος του.
“Ξέχασες αυτό” του είπε μόλις τον πλησίασε, βάζοντας στο χέρι του Χρήστου ένα καφέ χαρτονόμισμα των 50 Στερλινών.
Αθήνα,
11/8/2022

O Γρηγόρης Καραγιαννίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992, και μεγάλωσε στον τόπο καταγωγής του, τη Γενισέα του Νομού Ξάνθης.
