Αλμπέρ Καμύ. Ένας ελεύθερος άνθρωπος.
«Je n’aime pas le Dimanche».
L’etranger. AlbertCamus
«Δεν αγαπώ τις Κυριακές».
Ο ξένος, Αλμπέρ Καμύ
Αλμπέρ Καμύ. Ένας ελεύθερος άνθρωπος
1960
Στις 4 Ιανουαρίου 1960 ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα συμβαίνει στην εθνική οδό της Γαλλικής επαρχίας Σανς – Φονταινεμπλώ. Ένα αυτοκίνητο μάρκας Facel Vega βγαίνει από την πορεία του και προσκρούει σε ένα δέντρο. Ο Αλμπέρ Καμύ σκοτώνεται. Στην τσάντα του βρίσκεται το χειρόγραφο του «Πρώτου ανθρώπου».
Το «παράλογο» του θανάτου έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο εκείνο που άφοβα επέλεξε να το κοιτάξει κατάματα. Τον άνθρωπο, που με το σώμα και το πνεύμα του, πάλεψε χωρίς φυγοπονία και χωρίς ελπίδα απέναντι στο αδιαπέραστο, το αλλόκοτο και το ανορθολογικό της ζωής ως το τέλος.
1957
Το 1957 ο Αλμπέρ Καμύ βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Σαν καθρέφτισμα στα γραπτά του Καμύ, η Ευρώπη αλλά και ο κόσμος ολόκληρος διακρίνει τον ίδιο της τον εαυτό. Ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκει λυτρωτική ταύτιση με την παράλογη ύπαρξή του, στα λόγια και τα έργα του μοναδικού διανοούμενου. «Θέλω μόνο να βλέπω καθαρά», γράφει.
Ο Καμύ μας φέρνει αντιμέτωπους με το πεπρωμένο μας και η πρόκληση αυτή γίνεται αποδεκτή. Η βράβευση του Καμύ αποτελεί μια κατάφαση. Ναι! Ο λογοτεχνικός κόσμος, ο κόσμος τέχνης και της φιλοσοφίας επιλέγει να μην εθελοτυφλεί. Με την οξυδέρκεια και τη διορατικότητα που ταιριάζει στις γενναίες ψυχές ο Καμύ αγκαλιάζει την ασήμαντη ανθρώπινη ύπαρξη. Εξαίρει τον αγώνα της να διατηρήσει σε εγρήγορση και αγωνιστικότητα την συνείδησή της απέναντι σε ένα προκαθορισμένο τέλος. Ευλογεί μια επανάσταση που έχει το πρόσωπο της καθημερινής προσπάθειας, της αγάπης, της δύναμης και του μέτρου. Ο ίδιος ακούραστος δημιουργός παρουσιάζει την δημιουργία ως θέση και απάντηση. Να δώσουμε μορφή στη μοίρα μας. Να αντιμετωπίσουμε τις χαμένες υποθέσεις αυτής της ζωής με ψυχή ακέραιη.
1956
Στις 23 Ιουνίου του 1956 ο Αλμπέρ Καμύ κάνει έκκληση να σταματήσει ο πόλεμος της Αλγερίας. Η δικαιοσύνη είναι ο φωτεινός ήλιος της Αλγερίας που ορίζει τη ζωή του Καμύ και των ηρώων του. Πιστεύει σε μια χώρα όπου Γάλλοι και Άραβες μπορούν να ζήσουν ως ίσοι και αλληλέγγυοι. Στα βήματα των στωικών φιλοσόφων που μελετά βλέπει τον κόσμο σαν μια πατρίδα. Τονίζει πως οι ηθικοί προβληματισμοί και η ανθρωπιστική αντίληψη είναι σαφώς πιο σημαντικά από πολιτικές σκοπιμότητες. Σε κάθε μορφή αγώνα εδρεύουν ο άνθρωπος και η ελευθερία του.
Στο ξενοδοχείο Saint-George, στο Αλγέρι ανάμεσα σε ιβίσκους, φοινικόδεντρα, περσικά χαλιά και μωσαϊκά σαν ένας άλλος λογοτεχνικός Humphrey Bogart δίνει τον αγώνα του για ειρήνη, επικοινωνία και τερματισμό της βίας. Βρίσκεται σταθερά υπό το βλέμμα Γάλλων εποίκων που σχεδιάζουν να τον δολοφονήσουν και των Αλγερινών επαναστατών που τον παρακολουθούν σταθερά. Σ’αυτήν τη τραγική και βίαιη στιγμή της αγαπημένης του πατρίδας διαλέγει τον άνθρωπο, τον ελεύθερο άνθρωπο. Πόσο παράξενο, πόσο «παράλογο» θα έλεγε κανείς. Κι όμως, ως συνήθως, όσοι διαλέγουν τον άνθρωπο αγωνίζονται μόνοι…
Το 1962 έρχεται η ανεξαρτησία της Αλγερίας. Ο διχασμός και η αιματοχυσία υπήρξε τεράστια. Μετά την ανεξαρτητοποίηση του Μαρόκου και της Τυνησίας, οι Αλγερινοί βλέπουν σαν μόνη λύση την απόλυτη αποκοπή από κάθε αποικιακό παρελθόν. Γαλλικός στρατός, απελευθερωτικός στρατός, εμφύλιες συρράξεις, άμαχοι, αμέτοχοι. Τα θύματα εκατοντάδες χιλιάδες.
Ο Αλμπέρ Καμύ είναι ένας από τους επονομαζόμενους piednoir, τους γαλλικής και άλλης ευρωπαϊκής καταγωγής πολίτες της Αλγερίας. Ο Καμύ έκανε πλούτο την καταγωγή του, τις εμπειρίες του, την αμέτρητη αγάπη για το Αλγέρι, τη θάλασσα και τον ήλιο του δημιουργώντας μια λογοτεχνία αληθινή, δυνατή και ανθρώπινη. «Ήταν απολύτως Αλγερινός» θα πει η Catherine Camus για τον πατέρα της. Όταν ο Anders Österling, γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας, θα δώσει στον Αλμπέρ Καμύ το Νόμπελ λογοτεχνίας θα τονίσει τον καίριο ρόλο της βορειοαφρικανικής πανέμορφης χώρας στο έργο του …το μεσογειακό πεπρωμένο έχει τη ρίζα του σε μια μόνο βεβαιότητα ότι ο ήλιος που λάμπει στον κόσμο μας δεν αποτελεί παρά μια φευγαλέα στιγμή καταδικασμένη να χαθεί στις σκιές.
1954
Είναι τόσο ουσιαστικό το έργο του Καμύ, τόσο βαθιά ανθρώπινο, που διαβάζοντάς το θεωρούμε δεδομένη την υπέροχη γραφή του. «Το Καλοκαίρι» εκδίδεται το 1954 και η ομορφιά των κειμένων του Καμύ μοιάζει να μεταγγίζει την ομορφιά της Αλγερίας στο αίμα του αναγνώστη. Το έργο είναι ένας ύμνος στη ζωή, τη φύση και τον άνθρωπο. Γινόμαστε ένα με το Οράν, το Αλγέρι, την Τιπαζά και τη Θάλασσα. «Μεγάλωσα στη θάλασσα και η φτώχεια ήταν για μένα χλιδή, ύστερα έχασα τη θάλασσα και η πολυτέλεια τότε μου φάνηκε γκριζωπή, η μιζέρια αβάσταχτη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα πλοία του γυρισμού, το σπίτι των νερών, τη διάφανη μέρα».

1952
Το 1952 έρχεται η ρήξη ανάμεσα στον Αμπέρ Καμύ και το φίλο του Ζαν Πωλ Σαρτρ. Μια φιλία που δημιουργήθηκε τον Ιούνιου του 1943 κλονίζεται και διαλύεται με την έκδοση του βιβλίου «ο Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ το 1951. Το βαθύτερο ουσιαστικά θέμα της σύγκρουσης είναι η προτεραιότητα της ελευθερίας ή της ισότητας.
Για τον Καμύ «η ελευθερία χωρίς δικαιοσύνη είναι η αγριότητα του πιο ισχυρού. Και η δικαιοσύνη χωρίς ελευθερία είναι η κυριαρχία του συρματοπλέγματος». Το περιοδικό «Lestempsmodernes» – το περιοδικό που ιδρύθηκε το 1945 από τον Σαρτ και την Σιμόν ντε Μποβουάρ – κατηγορεί τον Αλμπέρ Καμύ για θεοποίηση των ανθρώπων και αδυναμία να αντιληφθεί τη μορφή της επανάστασης. Ο τελευταίος άλλωστε γράφει για ιδεολογίες και επαναστάσεις που χάνουν το έναυσμα και την ταυτότητά τους και οδηγούν στην καταπίεση και την ανελευθερία.
Ο Καμύ θέτει ένα βασικό ερώτημα στον Επαναστατημένο άνθρωπο. Πώς εξοικειώνεται ο άνθρωπος με το έγκλημα και το δεσποτισμό; Και πώς αντιδρούμε στα δύο τελευταία; Η επιλογή της ελευθερίας, σαν τη μόνη πιθανή δύναμη διαμαρτυρίας, είναι η απάντησή του. Οι τελευταίες γραμμές που εκφωνεί κατά την παραλαβή του Νόμπελ Λογοτεχνίας συνοψίζουν τη στάση του και πιθανολογούν την απάντηση που επεφύλασσε στις κατηγορίες των φίλων του υπαρξιστών: «…..πιστεύω πως (η ελπίδα) έχει αναγεννηθεί, ζωογονηθεί, συντηρηθεί από εκατομμύρια μοναχικούς, των οποίων οι πράξεις και τα έργα, καθημερινά αρνούνται τα σύνορα και τα πιο χονδροειδή φαινόμενα της Ιστορίας, για να κάνουν να λάμψει φευγαλέα η όλο και πιο απελπισμένη αλήθεια, που καθένας με τους κόπους και τις χαρές του τρέφει προς χάριν όλων».
1951
«Το επαναστατικό πνεύμα εμπεριέχεται ολοκληρωτικά σε μια διαμαρτυρία του ανθρώπου ενάντια στη μοίρα του».
Το 1951 εκδίδεται ο Επαναστατημένος άνθρωπος. Ο Καμύ παρακινείται από το υπέρτατο καθήκον, αυτό της αγάπης. Η αγάπη αυτή τον οδηγεί στη «συμπόνια». Ο άνθρωπος όταν συμπάσχει με τους γύρω του, όταν βγει από τη μοναξιά του «παράλογου» και επιλέξει τη συλλογική συνείδηση και την εξέγερση, επαναστατεί. «Επαναστατώ άρα υπάρχουμε». Και τότε η επανάσταση γίνεται μια μόνιμη κατάσταση, μια εσωτερική αίσθηση δίκαιου που εδρεύει στην ανθρώπινη ψυχή και την παρακινεί. Ας μείνουμε άνθρωποι θα μας πει ο Καμύ μαθαίνοντας να ζούμε και να πεθαίνουμε. Με μια συνείδηση δυνατή και «μετρημένη» θα διακρίνουμε την ομόνοια, τη συνύπαρξη και την αγάπηπέρα από το φόβο, το άδικο και την τυραννία. Το μέτρο και η αγάπη κάνουν έναν άνθρωπο ελεύθερο. Και τότε τα αδέρφια θα αναπνέουν κάτω από τον ίδιο ουρανό και η δικαιοσύνη θα ζει.

1949
«Το ταξίδι μας επαναφέρει στον εαυτό μας. Να σωπάσω, να έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου».
Ο Καμύ ταξιδεύει. Το 1949 ταξιδεύει στη Λατινική Αμερική. Κρατάει ημερολόγια ταξιδιού και σημειώσεις. Το ταξίδι αυτό ενέπνευσε το «Το Καλοκαίρι». Έχει ήδη ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1946. Αργότερα θα δώσει διαλέξεις στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1936 έχει πραγματοποιήσει ένα μεγάλο ταξίδι στην κεντρική Ευρώπη. Τίποτα δεν αφήνει αδιάφορο τον Καμύ∙ καμιά πόλη, κανένα δημιούργημα, καμιά μορφή της φύσης. Θαυμάζει και προσέχει τα πάντα. Σκέφτεται για τα πάντα.
1943
Το 1943 εκδίδεται ο μύθος του Σίσυφου*. Συμπυκνωμένη στις σελίδες του βιβλίου, αν και το θέμα διατρέχει τη λογοτεχνία του, η φιλοσοφία του Καμύ για το «παράλογο». Ο Καμύ, σαν τον ίδιο τον Σίσυφο, στην τριαδική σχέση ανθρώπου, κόσμου και παραλόγου «διαλέγει» να ζει σπρώχνοντας με όλες του τις δυνάμεις το βράχο της αγάπης, της συμπόνιας, της δημιουργίας στο ύψιστο σημείο του ανθρώπινου πνεύματος. Ο χρόνος, η ματαιότητα, ο θάνατος τον αποτρέπουν και τον καταδιώκουν. Εκείνος προτάσσει την ελευθερία, τον επιτακτικό του πόθο για σαφήνεια και αλήθεια και επαναστατεί. Επανάσταση για αυτόν είναι η μη αποδοχή, η μη παραίτηση. Ο Άνθρωπος – Σίσυφος – Καμύ μπροστά στη δυσφορία που προκαλεί η απανθρωπιά, μπροστά στην ηθική «πτώση» που προκαλεί η εικόνα του εαυτού μας που μας προδίδει, μπροστά στη ναυτία όπως την ονομάζει ο Σαρτρ αποφασίζει να ενισχύσει τη θέλησή του, να πιστέψει στην αλλαγή, να αγαπήσει τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο που είναι πάντα ένας «ξένος» για τον εαυτό του και τους άλλους και που σε μια ζωή χωρίς λογική ψάχνει να βρει ένα δρόμο. Ένα δρόμο που θα τον βοηθήσει να πορευτεί ανάμεσα στο φόβο και την αγωνία. Ένα δρόμο, χωρίς ψευδαισθήσεις και ασφαλείς εξαρτήσεις, μιας ξάγρυπνης συνείδησης με πάθος για τη ζωή ως το τέλος.
Ο Καμύ επαναστατεί απέναντι στο παράλογο. Δεν παραιτείται. Διαμαρτύρεται από επιλογή μέχρι την τελευταία στιγμή. Ο μάταιος αγώνας του Σίσυφου οπλίζει το πάθος του για τη ζωή. «Δε βλέπω», γράφει ο Καμύ «τι εξαλείφει από την εξέγερση μου η ματαιότητα, ενώ αντίθετα νιώθω πολύ καλά τι της προσάπτει».
Πορεύεται έτσι συνειδητά μέσα στη ζωή, ο «άνθρωπος» του Καμύ, διαμορφώνοντας την εικόνα ενός αγωνιστή, που αν και αντιμετωπίζει έναν ανορθολογικό, μάταιο και παράλογο κόσμο επιλέγει να «ζει».
«…αυτό που μετράει είναι να είσαι ανθρώπινος, απλός. Όχι, αυτό που μετράει είναι να είσαι αληθινός και τότε όλα εγγράφονται εκεί…η ανθρωπιά και η απλότητα∙και πότε είμαι πιο αληθινός και διάφανος αν όχι όταν είμαι ο κόσμος;»¨
Ο αληθινός άνθρωπος του Καμύ είναι ο αξιοπρεπής άνθρωπος. Είναι αυτός που σέβεται την ύπαρξή του μέσα από τη δημιουργία ακόμη και τη στιγμή που μπορεί να παραδεχτεί ότι αυτή είναι ανώφελη. Και αυτό γιατί η δημιουργία είναι μια συνειδητή μορφή επανάστασης ενάντια στη ματαιωμένη ύπαρξη.
Κι όμως η ματαιότητα της ύπαρξής μας δεν αρνείται από αυτή την ευτυχία της. Ο Σίσυφος ήταν ευτυχισμένος : «…ακόμη και ο ίδιος ο αγώνας φθάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά». Η φιλοπονία, ο μόχθος, η ενδοσκόπηση και ο εσωτερικός αγώνας ταυτίζονται με την ευτυχία-αρετή όπως την ονόμασαν οι στωικοί φιλόσοφοι. Απαλλαγμένος από κατασκευασμένα φορτία και ελπίδες ο ελεύθερος άνθρωπος στοχάζεται. Εξωραΐζει το πνεύμα του μέσα από μια διαρκή κίνηση.
Ο παράλογος άνθρωπος επιλέγει τη ζωή. Επιτρέπει στη συνείδησή του να αποκαλύψει το παράλογο και να το ζήσει. Ζει,ως ατομική εμπειρία, την επαγρύπνηση και τη διαρκή διαμαρτυρία και τότε: «το σώμα, η τρυφερότητα, η δημιουργία, η δράση, η ανθρώπινη αρχοντιά θα βρουν τη θέση τους σ’ αυτόν τον τρελό κόσμο».
1942
Τον Ιούλιο του 1942 εκδίδεται «ο Ξένος». Στο φωτεινό, ηλιόλουστο Αλγέρι μετά το θάνατο της μητέρας του ο Μερσώ συνεχίζει τη ρουτίνα της ζωής του. Δουλειά, έρωτας, συναναστροφή πλέουν νωχελικά στην αδιαφορία και τη συνήθεια. Η ζωή του διαχέεται και σβήνει μέσα στην αχλή της ζέστης και των βραδινών φώτων, στο διάφανο νερό της θάλασσας.
Ο ήλιος παραλύει το συναίσθημα, την ελπίδα, την κρίση. Μηχανικές οι κινήσεις, σταθερά παρούσα η έλλειψη επιθυμιών. Τίποτα δεν έχει αξία και τίποτα δεν αγγίζει τον ξένο. Καμιά απόφαση, καμιά θέληση. Και τότε έρχεται ο θάνατος. Ο Μερσώ σκοτώνει κάτω από την επιρροή του επιβλητικού ήλιου, όπως δηλώνει, έναν Άραβα. Τότε, τα πάντα στρέφονται εναντίον του. Η έλλειψη συγκίνησης στην κηδεία της μητέρας του, ο στωικός του χαρακτήρας, η λιγομίλητη φύση του, η έλλειψη της παραμικρής συναισθηματικής έκφρασης, ακόμη και της πιο απλής, συμβατικής και αναμενόμενης κοινωνικής συμπεριφοράς τον καθιστούν ένοχο. Αρνείται να πει ψέματα, αρνείται να εκφράσει περισσότερα από όσα νιώθει. Στέκεται αληθινός απέναντι στον εαυτό του αλλά τόσο ξεδιάντροπα απρεπής απέναντι στα κοινωνικά πρέπει. Η ειλικρίνεια του, το πάθος του για την αλήθεια, η αποστροφή που νιώθει για το κοινωνικό παιχνίδι θα τον καταδικάσουν. Ξένος στον εαυτό του μέχρι τη στιγμή εκείνη καθίσταται ξένος για την κοινωνία της υποκρισίας και της κοινοτυπίας. Πριν το τέλος, μπροστά στο παράλογο του θανάτου του και της αναίτιας ύπαρξής του, ο ξένος συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι όμορφη. Για πρώτη φορά είναι ευτυχισμένος. Η ύπαρξη μας δεν είναι πάρα η δυνατότητα που μας δίνεται να βιώσουμε αυτή την ομορφιά. Αν και η παρουσία μας στον κόσμο καθορίζεται από το ανεξήγητο και δεν έχει λογική αξίζει να ζήσει κανείς μόνο για την απλή απολαυστική αίσθηση του να είσαι ζωντανός.
«..ξαναβρήκα έναν έναν, σαν από τα κατάβαθα της κούρασής μου, όλους τους γνώριμους ήχους μιας πόλης που αγαπούσα και μιας συγκεκριμένης ώρας που μ’ έκανε άλλοτε να νιώθω ευχαρίστηση. Οι φωνές των εφημεριδοπωλών μες τη χαλαρή κιόλας ατμόσφαιρα, τα τελευταία πουλιά στο πάρκο, οι φωνές των πλανόδιων πωλητών με τα σάντουιτς, το παραπονιάρικο τρίξιμο των τραμ στις στροφές της πάνω πόλης και τούτη η βουή του ουρανού πριν γείρει η νύχτα πάνω στο λιμάνι, όλ’ αυτά ανασυγκροτούσαν μέσα μου μια τυφλή διαδρομή….»

Μέσα στις σελίδες του ξένου υπάρχει μια αλήθεια, μια πραγματικότητα που αθόρυβα και σταθερά πρωταγωνιστεί εν αγνοία της. Η φύση. Η μόνη σταθερά που γειτνιάζει με το απόλυτο και την πολυπόθητη ενότητα των πραγμάτων. Η μόνη απάντηση στην μόνιμη αμφιβολία. Η φύση επιβάλλεται στις ανθρώπινες αισθήσεις και κρατά τον Μερσώ στο κόσμο μας από μια λεπτή κλωστή οικειότητας.
Η φύση είναι παντού στον Καμύ. Ο ίδιος μοιάζει μεεπικούρειοπροσκυνητή της. Η φύση είναι η σύντροφος της μοναξιάς του. Στο έργο του Αλμπέρ Καμύ ακούμε το ξερό θρόισμα των λιόδεντρων, ανεβοκατεβαίνουμε τις βουνοπλαγιές του Οράν, πλέουμε στην κρυστάλλινη θάλασσα. Περπατάμε στη ζεστή άμμο δίπλα στα αρμυρίκια και τις πέτρες. Σκαρφαλώνουμε στα βράχια που ταξιδεύουν στατικά στα κρύα νερά της Μεσογείου. Γλάροι πετούν πάνω από τα κεφάλια μας και εμείς προχωρούμε ανάμεσα σεκολχικά με πανέμορφα χρώματα. Ανθισμένες αμυγδαλιές, πέταλα, βροχερές νύχτες, παράθυρα και μαύρα κυπαρίσσια. Αστέρια και σύννεφα, ήλιος και φεγγάρι. Ασφόδελοι και αγριόκρινα χαϊδεύουν τα χέρια μας. «Η φύση βρίσκεται πάντα παρούσα» γράφει ο Καμύ στο Καλοκαίρι. «Αντιπαραθέτει τους ήρεμους ουρανούς και τη λογική της στην ανθρώπινη τρέλα…».
«Ο κόσμος είναι όμορφος και όλα είναι εδώ» και εμείς αβέβαιοι για το μέλλον, απολύτως βουτηγμένοι στο παρόν.
«Είμαι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος; Το ερώτημα δεν έχει και τόση σημασία. Ζω με τέτοια παραφορά».
1941
Το 1941 ο Καμύ στέλνει στον πρώτο του εκδότη τον Εντμόν Σαρλό που διατηρεί ένα μικρό βιβλιοπωλείο και εκδόσεις στο Αλγέρι, τρία έργα που για τον λογοτέχνη αποτελούν ένα σύνολο. Τον ξένο, το μύθο του Σίσυφου και τον Καλιγούλα. Ο γενικός τίτλος Το παράλογο. Δεν υπάρχει όμως χαρτί, ούτε νήμα συρραφής, ούτε τυπογράφος. Η συγκυρία καθιστά την έκδοση αδύνατη.
1939
3 Σεπτεμβρίου 1939. Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Ο Αλμπέρ Καμύ δεν καταφέρνει να καταταγεί εξαιτίας σοβαρών λόγων υγείας. Θα ταξιδέψει στο Οράν. Το Καλοκαίρι θα εμπεριέχει το κείμενο του «Μινώταυρος» για το Αλγερινό αυτό λιμάνι. «Το κενό, η ανία, ένας αδιάφορος ουρανός, τι θέλγητρα έχουν αυτοί οι τόποι; Δίχως άλλο τη μοναξιά και, ίσως, την ανθρώπινη υπόσταση. Για μια κατηγορία ατόμων η ανθρώπινη υπόσταση, παντού όπου είναι όμορφη, γίνεται μια πικρή πατρίδα. Το Οράν είναι μια από τις χίλιες πρωτεύουσές της».
1935 -1936
Ο Καμύ βρίσκεται ακόμη στη Φιλοσοφική σχολή. Για την επιβίωση και τις σπουδές του κάνει πολλές μικροδουλειές. Μετεωρολόγος της φιλοσοφικής, πωλητής εξαρτημάτων για αυτοκίνητα, υπάλληλος σε ναυτικές επιχειρήσεις και στη Νομαρχία.
1930
Τα πρώτα σημάδια φυματίωσης εμφανίζονται στον Αλμπέρ Καμύ.
1914-1918
«Μεγάλωσα πρώτα απ’ όλα με τη θέα της ομορφιάς που είναι και ο μόνος μου πλούτος, είχα ξεκινήσει με την πληρότητα».
Ο Καμύ μεγαλώνει με μια καλοσυνάτη μητέρα που δεν έχει τη δυνατότητα ακοής, μια αυταρχική γιαγιά και έναν ανάπηρο θείο κατασκευαστή βαρελιών. «Δεν έμαθα την ελευθερία στα κείμενα του Μαρξ. Την έμαθα στη μιζέρια».
1913
Στις 7 Νοεμβρίου του 1913, στο Μοντοβί της Αλγερίας, γεννιέται ο Αμπέρ Καμύ.
*Οι Θεοί καταδικάζουν το Σίσυφο να πληρώσει για τα σφάλματα και τις ύβρεις του σπρώχνοντας ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού, ξανά και ξανά, καθώς από το βάρος του αυτός ξαναπέφτει.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Αλμπέρ Καμύ. Σημειωματάρια, Βιβλίο Πρώτο. Μάιος 1935 – Φεβρουάριος 1942. Εκδόσεις Πατάκη
- Αλμπέρ Καμύ. Σημειωματάρια, Βιβλίο Δεύτερο. Ιανουάριος 1942 – Μάρτιος 1951.Εκδόσεις Πατάκη
- Ο ξένος. Αλμπέρ Καμύ. Καστανιώτης.
- L’Étranger. Albert Camus. Le livre de Poche. Gallimard
- Ο μύθος του Σίσυφου. Αλμπέρ Καμύ. Καστανιώτης
- Το καλοκαίρι. Αλμπέρ Καμύ. Εκδόσεις Πατάκη
- Ο σκεπτικιστής – Ο επικούρειος – Ο στωικός –Ο πλατωνικός. David Hume. Ροές.
- Αλμπέρ Καμύ – Ζαν Πωλ Σαρτρ. Συνομιλίες με τον υπαρξισμό και το παράλογο. Λένα Κωνσταντέλλου. Εκδόσεις Δρόμων.
- Οι μεγάλοι φιλόσοφοι και η φιλοσοφία τους. Φρανσουά Νταγκονιέ. Εκδόσεις Μελάνι
- Το μαύρο Αλγέρι. Maurice Attia.Πόλις
- Τα πλούτη μας. Kaouther Adimi.Πόλις
