Καθόλου τυχαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι ο Νίκος Καζαντζάκης είναι από τους «παλιούς» μας λογοτέχνες που διαβάζεται πολύ, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τις σύγχρονες επανεκδόσεις των έργων του. Το έργο του, έχει μεταφραστεί και εκδοθεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες, διαλέκτους και ιδιώματα. Το 2007 το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου κατέγραψε περισσότερες από 580 εκδόσεις ξένων μεταφράσεων έργων του παγκοσμίως, ενώ σχεδόν κάθε χρόνο ο κατάλογος αυτός εμπλουτίζεται αποδεικνύοντας τη διαχρονική και διεθνή απήχηση του έργου του.
Να προσθέσουμε ότι πολλές φορές, μόνος ή με τον Άγγελο Σικελιανό, προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μερικοί από την Ελλάδα έκαναν το παν για να μη βραβευθεί. Τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη τον Ιούνιο του 1956 από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης για το φιλειρηνικό μήνυμα που διαπνέει το έργο του και τον ρόλο του στην εμπέδωση της ειρήνης για το κοινό. Στην τελετή της απονομής, όπως διαβάζουμε, δεν παρίστατο κανένας εκπρόσωπος από το επίσημο ελληνικό κράτος.
Το πιο, νομίζω, ενδιαφέρον είναι η σύγχρονη επανέκδοση από τις εκδόσεις Διόπτρα των έργων του Καζαντζάκη, η έκδοση του Ζορμπά και του Καπετάν Μιχάλη με τη μορφή «κόμικ», αλλά και η δημοσίευση ενός «αγνώστου» μυθιστορήματός του, με τον τίτλο «Ο Ανήφορος» το 2022.
Μιλώντας για το έργο αυτό ο Νίκος Σαραντάκος γράφει ανάμεσα στα άλλα:
«Στις 26 Οκτωβρίου, ακριβώς 65 χρόνια μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα (που επανεκδίδουν το σύνολο του έργου του) το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο ανήφορος» […].
Το μυθιστόρημα το έγραψε ο Καζαντζάκης το 1946, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Αγγλία, στον πρώτο σταθμό μιας αυτοεξορίας που έμελλε να κρατήσει ίσαμε τον θάνατό του, το 1957. Ένα κομμάτι («Ο θάνατος του παππού») το δημοσίευσε στη Νέα Εστία, τον Μάρτιο του 1947 (τχ 473) […] Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιες σελίδες του τις χρησιμοποίησε στον Καπετάν Μιχάλη […] Ήρωες στο μυθιστόρημα είναι ο Κοσμάς, σαραντάχρονος συγγραφέας και προφανές αλτερέγκο του Καζαντζάκη, και η Νοεμή, η Πολωνοεβραία γυναίκα του που έχει περάσει όλη τη φρίκη του πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Κρήτη αρχικά και στη συνέχεια την Αγγλία».
Ο Ν. Σαραντάκος αναφέρεται πολύ επαινετικά στην έκδοση και προσθέτει: «Αξιοδιάβαστο και χρήσιμο είναι και το Επίμετρο που το υπογράφουν, όπως και τον πρόλογο, ο Νίκος Μαθιουδάκης και η Παρασκευή Βασιλειάδη», στα οποία θα αναφερθούμε σε άλλο σημείο του κειμένου μας.
Στο Οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:
«Σκλάβοι γεννηθήκαμε και πολεμούμε όλη μας τη ζωή να γίνουμε ελεύτεροι.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, αμέσως μετά τον Ζορμπά, ο Καζαντζάκης γράφει τον Ανήφορο, ένα κείμενο εσωτερικό, που το διακρίνει μελαγχολία βαθιά και λυτρωτική.
Η δράση του εκτυλίσσεται αμέσως μετά τον πόλεμο, σε Κρήτη και Αγγλία.
Ο Κοσμάς, έπειτα από απουσία είκοσι χρόνων και την ενεργή συμμετοχή του στον πόλεμο, επιστρέφει στην πατρίδα του, το Μεγάλο Κάστρο, μαζί με την Εβραία γυναίκα του, τη Νοεμή, η οποία κουβαλάει την πανανθρώπινη μνήμη του ολοκαυτώματος, και μαζί της την ερώτηση για την αξία της ζωής.
Έχουν περάσει μόλις μερικές μέρες από τον θάνατο του πατέρα του κι η Κρήτη μετράει τις πληγές της αναβιώνοντας προσωπικές ιστορίες θάρρους και πόνου.
Ο άνθρωπος που βγαίνει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να στοχαστεί, ένας άνθρωπος που δεν έχει σωθεί, που κινδυνεύει, και ο Κοσμάς μεταβαίνει στη μεταπολεμική Αγγλία για να τον σώσει.
Το προσωπικό κόστος της επιλογής του είναι τεράστιο.
Όμως αυτό είναι το χρέος, αυτός είναι ο ανήφορος που όλοι πρέπει να διαβούμε.
Ο Ανήφορος, το ανέκδοτο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, είναι ένα κλασικό έργο που θέτει ερωτήματα που διαρκώς κατατρέχουν τον άνθρωπο, δεν αποτελεί απλώς μια πολύ μεγάλη λογοτεχνική στιγμή για τη χώρα μας αλλά και ένα πολιτιστικό γεγονός».
«Ο Ανήφορος» κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2022 από τις εκδόσεις Διόπτρα, σελ. 277, με Πρόλογο και Επίμετρο των Νίκου Μαθιουδάκη και Παρασκευής Βασιλειάδη.
Τον Νίκο Μαθιουδάκη (ΝΜ) έχω τη χαρά και τιμή να τον γνωρίζω, συνεργαστήκαμε μάλιστα στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (από όπου πήρε το διδακτορικό του με καθηγήτρια την Πένη Καμπάκη Βουγιουκλή για τη γλώσσα του Καζαντζάκη). Διαβάσαμε ήδη στο οπισθόφυλλο τα γενικά πλαίσια του έργου. Στο σημείο αυτό ο ΝΜ θα μιλήσει εκτενέστερα για την «ιστορία» του μυθιστορήματος και θα προσθέσει κάποια σχόλια
«Με την ψυχολογική υποστήριξη της Νοεμής, ο Κοσμάς αναχωρεί για την Αγγλία, προκειμένου να συναντήσει και να συνομιλήσει με τους Άγγλους διανοούμενους με κύριο σκοπό τη συστράτευση των πνευματικών ανθρώπων για τη δημιουργία μιας «νέας» κοινωνίας. Στην Αγγλία γνωρίζει την Ιρλαντέζα, την Έλσα, η οποία αποφασίζει να τον ξεναγήσει στις βιομηχανικές πόλεις της χώρας (Μπέρμιαμ, Λίβερπουλ, Μάντσεστερ, Σέφιλντ) για να του δείξει τις πραγματικές συνθήκες ζωής των εργατών. Μετά το ταξίδι τους στην αγγλική επικράτεια, ο Κοσμάς αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί. Όμως τη στιγμή εκείνη, έρχεται από την Κρήτη μια δυσάρεστη είδηση: η Νοεμή αυτοκτόνησε. Ο Κοσμάς, συντετριμμένος από τον χαμό της γυναίκας του, απομονώνεται στο Στράτφορντ-απόν-Αίιβον, όπου συναντά τη γοητευτική Ενριέτα Νόρτον, η οποία τον βοηθά να ξεφύγει από τη θλίψη του και να κατευθυνθεί προς την ολοκλήρωση του μέσα του σκοπού.
Κάνοντας μια αυθόρμητη σκέψη, θα μπορούσα να πω πως τα τρία αυτά γυναικεία πρόσωπα αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά τα τρία μέρη του έργου: Κρήτη – Αγγλία – Μοναξιά. Και εξηγούμαι: Στο πρώτο μέρος, στην Κρήτη, πρωταγωνιστεί η Νοεμή. Στο δεύτερο μέρος, στην Αγγλία, συναντιέται με την Ιρλαντέζα. Στο τρίτο μέρος, στη Μοναξιά (ίσως ως τόπος καθαρά ψυχολογικής κατάστασης), εμφανίζεται η Ενριέτα Νόρτον.
Τα τρία μέρη «Κρήτη – Αγγλία – Μοναξιά», γένους θηλυκού. Οι τρεις βασικές ηρωίδες του έργου του, ως συντρόφισσες. Η Νοεμή τού συμπαραστέκεται και τον παροτρύνει να ταξιδέψει στην Αγγλία για να αναλάβει δράση προς το κοινό καλό της κοινωνίας. Η Ιρλαντέζα τού αποκαλύπτει το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας και τον καθοδηγεί προς τον αληθινό δρόμο για να μπορέσει να διαπιστώσει τους τρόπους της δημιουργίας μιας «νέας» κοινωνίας. Η Ενριέτα Νόρτον τού κάνει συντροφιά και τον απελευθερώνει, κατά κάποιον τρόπο, από τα δεσμά της θλίψης. Έτσι, ο Κοσμάς αναγεννάται, αποδεχόμενος πως το χρέος του είναι να γράψει μια πνευματική εξομολόγηση, το Πιστεύω του.
Επομένως, οι τρεις γυναίκες στον Ανήφορο, όπως γενικότερα και οι γυναικείες φιγούρες στην καζαντζακική εργογραφία παίζουν σημαντικό ρόλο, υποβοηθώντας πάντοτε τον βασικό ήρωα να εξελιχθεί και να εκτελέσει ουσιαστικά το συγγραφικό σχέδιο του Καζαντζάκη».
Ο εκδότης της Διόπτρας Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος (συζητώντας με τον Π. Κορμαρή για τον Ανήφορο που εξέδωσε), ανάμεσα στα άλλα σημειώνει:
«Ο Ανήφορος αποτελεί ένα έργο πρωτοποριακό από πολλές απόψεις, όπως φυσικά είναι και η καζαντζακική Αναφορά στον Γκρέκο», διαβάζω στο επίμετρο του βιβλίου. «Στον απόηχο της βαρβαρότητας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και έναν χρόνο πριν κυκλοφορήσει η Πανούκλα του Καμύ, ο Καζαντζάκης τολμά, θα λέγαμε, να θίξει αρκετά άμεσα σημαίνοντα θέματα του πολέμου, όπως η φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και η ατομική βόμβα, αλλά και να βάλει σε πρώτο πλάνο την αντίσταση των συμπατριωτών του στην Κρήτη και τις θηριωδίες που υπέστησαν».
Στις 2 Ιουνίου του 1946 ο Καζαντζάκης είχε φύγει για την Αγγλία, όπου εγκαταστάθηκε στο Κέιμπριτζ. Εκεί άρχισε να γράφει τον «Ανήφορο».
Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, από τις σελίδες του περιοδικού Life and Letters, απηύθυνε έκκληση στους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου να ιδρύσουν μια «Διεθνή του Πνεύματος», προβάλλοντας την αγωνία του για τις συνέπειες του πολέμου αλλά και τον φόβο του για την τύχη του πολιτισμού ύστερα από την κόλαση στη Χιροσίμα.
Ένα απόσπασμα από τον «Ανήφορο» είχε δοθεί για δημοσίευση στο περιοδικό Νέα Εστία, το 1947. Όμως το σύνολο του έργου φυλασσόταν σε χειρόγραφα στο Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, στη Μυρτιά, ως ένα από τα τεκμήρια της μόνιμης έκθεσής του.
Γιατί δεν είχε εκδοθεί ποτέ μέχρι σήμερα; «Μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν», απαντά ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος. «Ένας λόγος είναι ότι ο Καζαντζάκης θέλησε να το εκδώσει στο εξωτερικό για να απευθυνθεί στο παγκόσμιο κοινό. Ήθελε, αγωνιούσε, πάλευε να σώσει τον άνθρωπο. Πάσχιζε ώστε να μπορεί να απαντηθεί θετικά το ερώτημα της Πολωνοεβραίας Νοεμή, της βασικής του ηρωίδας, αν πρέπει να φέρνουμε παιδιά σε αυτό τον κόσμο. Όμως, δεν προχώρησε γρήγορα η μετάφραση του έργου.
»Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η “Διεθνής του Πνεύματος” που θέλησε να δημιουργήσει τον απογοήτευσε, πράγμα που φαίνεται και στο βιβλίο του. Αυτά όλα μπορεί να επέδρασαν στον ίδιο. Εμείς όμως θεωρήσαμε χρέος μας να δώσουμε στον Έλληνα αναγνώστη, στον ελληνικό λαό, ένα ολοκληρωμένο, πρωτότυπο και υπέροχο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη. Με τεράστια ιστορική, φιλολογική, οπωσδήποτε λογοτεχνική και τελικά πολιτιστική αξία».
Ο ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Μιχαήλ Πασχάλης σε πολλά κείμενα του μιλά για τον Νίκο Καζαντζάκη. Σε δημοσίευμά του, με την ευκαιρία της έκδοσης του Ανήφορου, διαβάζομε απόψεις και θέσεις ενδιαφέρουσες:
«Ο «Ζορμπάς» υπήρξε το πρώτο επιτυχημένο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη (στο εξής: Κ.) από όσα έγραψε μετά την «Ασκητική» και έγινε ανάρπαστο στο εξωτερικό. Η απήχησή του οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας αναγνώρισε την αυτόνομη και σύνθετη λειτουργία της μυθοπλασίας, ότι δηλαδή ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να αποτελεί απλή εφαρμογή ενός ιδεολογικού προγράμματος, όπως είχε συμβεί με τα μυθιστορήματα «Toda-Raba» (1934) και «Le Jardin des Rochers» («Ο Βραχόκηπος», 1939) – μάλιστα στο δεύτερο μυθιστόρημα ο Κ. είχε ενσωματώσει σχεδόν ολόκληρη την «Ασκητική»!).
Στους βασικούς παράγοντες της επιτυχίας του «Ζορμπά» περιλαμβάνεται ο πλούσιος διακειμενικός ορίζοντας του μυθιστορήματος, δηλαδή ο διάλογος με τα έργα κορυφαίων δημιουργών: την «Οδύσσεια» του Ομήρου, την «Πολιτεία» του Πλάτωνα, τη «Θεία κωμωδία» του Δάντη και την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ (βλ. Πασχάλης, «Από τον ΄Ομηρο στον Σαίξπηρ: Μελέτες για τα κρητικά μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη», Ηράκλειο, ΕΚΙΜ, 2015).
Για να αντιληφθεί κάποιος τον κύριο λόγο που ο Κ. δεν δημοσίευσε τον «Ανήφορο», πρέπει να έχει υπόψη του όσα ανέφερα παραπάνω. Αλλά προηγουμένως είναι ανάγκη να κατανοήσει τι είδους μυθιστόρημα είναι ο «Ανήφορος». Αυτό μπορεί να γίνει αν διαβάσει το έργο σε αντίστιξη με τον «Ζορμπά» και αντικριστά με τις σ. 517-538 της βιογραφίας του Καζαντζάκη «Νίκος Καζαντζάκης. Ο ασυμβίβαστος» δια χειρός της Ελένης Καζαντζάκη (1977).
Στην Αγγλία, όπου έφτασε στις 8 Ιουνίου, ο Κ. σκόπευε να γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Post-war Conversations with English Intellectual Personalities» («Μεταπολεμικές συνομιλίες με άγγλους διανοούμενους»). Μέσω αυτών των συνομιλιών πίστευε ότι θα υλοποιούσε το σχέδιό του για την ίδρυση μιας «Διεθνούς του Πνεύματος» που θα αντιμετώπιζε τον μεγάλο κίνδυνο που, κατά τη γνώμη του, απειλούσε μεταπολεμικά τον ανθρώπινο πολιτισμό (βλ. αναλυτικά την ομιλία του από το BBC στις 18-7-26).
΄Ομως, απογοητεύτηκε εντελώς από τις επαφές που είχε με τους άγγλους «ιντελεκτιέλ», τους οποίους περιγράφει πολύ αρνητικά στους συνομιλητές του (πλην της Ελένης, στην Τέα Ανεμογιάννη, στον B. Knös και στον Παντελή Πρεβελάκη). Αυτό είχε ως συνέπεια να τροποποιήσει τον αρχικό σχεδιασμό του για το υπό εκκόλαψη βιβλίο».
Το μυθιστόρημα έχει το παρακάτω εμβληματικό μότο:
― Πώς πρέπει ν’ αγαπούμε το Θεό;
― Αγαπώντας τους ανθρώπους.
― Πώς πρέπει ν’ αγαπούμε τους ανθρώπους;
― Μοχτώντας να τους φέρουμε στο σωστό δρόμο.
― Ποιος είναι ο σωστός δρόμος;
― Ο ανήφορος.
Θα παραθέσουμε δύο αποσπάσματα από το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, που δείχνει τους ήρωες του έργου στην Κρήτη.
«Ξημέρωνε. Απόγειο αγεράκι φύσηξε κι η θάλασσα ανατρίχιασε– ανάλαφρη μυρωδιά από θυμάρι κατέβαινε από τη στεριά κι ο Κοσμάς, όρθιος στην πλώρα, ανάσαινε βαθιά τον κόρφο της Πατρίδας. Βράχοι άγριοι σηκώνουνταν μπροστά του, κάπου κάπου δέντρα μαυρολογούσαν, μακριά οι βουνοκορφές ρόδιζαν. Πώς έφυγε, είκοσι τώρα χρόνια, νέος με χνουδάτα μάγουλα, με χνουδάτη ψυχή και πώς τώρα γύριζε! Στράφηκε’ μια κοπέλα δίπλα του, μικρή, χλωμή, κοίταζε κι αυτή, με μεγάλα μάτια γιομάτα τρομάρα.
— Η Κρήτη! της είπε, χαμογέλασε και της άγγιξε με τρυφερότητα τον ώμο.
Η κοπέλα τινάχτηκε.
— Ναι, είπε’ και σώπασε.
— Εδώ θα ξεχάσεις, της είπε με σιγανή φωνή. Τούτη πια είναι η πατρίδα σου. Ξέχασε την άλλη…
Κι επειδή η κοπέλα σώπαινε:
– Ξέχασε την άλλη… της ξανάπε με γλύκα.
– Ναι, Κοσμά… έκαμε η κοπέλα· και σώπασε πάλι.
Κι άξαφνα τον άρπαξε από το μπράτσο, τον έσφιξε ανήσυχη, σα να ‘θελε να βεβαιωθεί πως υπάρχει. Γαλήνεψε λίγο.
Η Κρήτη όλο και ζύγωνε με τα βουνά της, με τους ελαιώνες, με τ’ αμπέλια. Το Μεγάλο Κάστρο, πέρα, ασπρολογούσε μέσα στο πρωινό φως. Η μυρωδιά του θυμαριού πλήθαινε. Το φως είχε κατηφορίσει πια από τις κορυφές στις ποδιές του βουνού, έπιανε τώρα τις ρίζες του, χύνουνταν ήσυχα και πλημμύριζε τον κάμπο. Τα δέντρα άρχιζαν και ξεχώριζαν, κοκόρια ακούστηκαν, ο κόσμος ξυπνούσε.
Ο άντρας έσκυψε στην κοπέλα:
— Σε παρακαλώ, της είπε σιγά, τώρα που θα μπεις στο πατρικό μου σπίτι, βάστα την καρδιά σου, μην τρομάξεις. Σκέψου πως είμαι μαζί σου, πάντα. Η μητέρα μου είναι μια άγια γυναίκα, θα σε αγαπήσει· η αδερφή μου, πρέπει να ξέρεις…
Σώπασε· μάζεψε τα φρύδια με αγανάχτηση.
— Τι; είπε η κοπέλα και κοίταξε τον άντρα ανήσυχη.
— Όταν έγινε δώδεκα χρονών, ο γέρος τη φώναξε: «Δε θα δρασκελίσεις πια το κατώφλι της εξώπορτας», της είπε· «δε θα παρουσιαστείς πια μπροστά μου. Φεύγα!» Κι από τότε πια κλειδομανταλώθηκε σπίτι· κάθουνταν όλη μέρα, ύφαινε, κεντούσε, έκανε τα προυκιά της· όταν γύριζε ο γέρος το βράδυ, άκουγε πρώτη από μακριά το βήμα του κι έτρεχε στη μέσα κάμαρα να κρυφτεί. Όταν έγινε είκοσι χρονών είδε ψηλά από το παράθυρο ένα νέο που την κοίταζε. Την άλλη μέρα, το ίδιο. Την άλλη το ίδιο. Τον αγάπησε… Ένα βράδυ, στα σκοτεινά, του έριξε ένα χαρτάκι: «Έλα, τα μεσάνυχτα’ θα ’μαι στην πόρτα».
Ο Κοσμάς σώπασε· η φλέβα ανάμεσα στα φρύδια του είχε φουσκώσει και χτυπούσε. Τινάχτηκε πάλι μέσα του, όλο αγριότητα, το μίσος, ο φόβος, η αγάπη για το γέρο. Χάθηκε η Κρήτη και διάνεψε μέσα στον αγέρα ο φοβερός ο ίσκιος.
— Σώπα, ψιθύρισε η κοπέλα· σώπα, δε θέλω να μου πεις.
— Όχι, πρέπει. Τα μεσάνυχτα η αδερφή μου κατέβηκε, ξυπόλυτη, σιγά σιγά για να μην τρίξουν οι σκάλες… Μα ο γέρος αγρυπνούσε, την άκουσε, γλίστρησε ξοπίσω της, την ακολούθησε. Η κακόμοιρη η κοπέλα βγήκε στην αυλή και τη στιγμή που άπλωνε το χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα, ο γέρος την άρπαξε από τα μαλλιά, κάρφωσε απάνω της τα νύχια του, την ανέβασε λιπόθυμη στην κάμαρά της, την πέταξε μέσα, την κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στη μέση του. Λέξη ο γέρος δεν ξεστόμισε· μα από τότε πια η αδερφή μου, δεκαπέντε χρόνια, δεν πρόβαλε το πρόσωπό της μήτε στην πόρτα μήτε στο παράθυρο· δεν μπορεί, μου λεν, να κοιμηθεί· κι όταν μονάχα ζυγώνουν τα μεσάνυχτα, ανοίγει το παραθύρι της, σκύβει, κι αν τύχει και περνάει κανένας στο δρόμο, του φωνάζει: «Κοντεύουν μεσάνυχτα;» και κλείνει ευτύς, πάλι, το παράθυρο, με τρόμο.
Άξαφνα, ως μιλούσε, είδε την κοπέλα να στέκει ακόμα στην αυλή, στον παραστάτη της οξώπορτας.
— Είναι…; ρώτησε η μάνα σιγά.
— Ναι, η γυναίκα μου…
Η αδερφή έστρεφε το πρόσωπο πέρα, με αναγούλα· η μάνα ζύγωσε το γιο:
— Γιατί την πήρες; ρώτησε σιγά. Θα μολέψει το αίμα. Οβραία.
— Είναι μεγάλη ψυχή. Σε αυτή χρωστώ τη ζωή μου· αν έλειπε, θα ’χα πεθάνει. Άλλη χαρά δεν έχω. Αγάπα τη, μητέρα. Και συ, Μαρία… είπε και στράφηκε στην αδερφή του.
Μα αυτή είχε γλιστρήσει μέσα να ετοιμάσει τον καφέ.
— Είναι Οβραία… ξανάπε η μάνα. Μα αφού τη θέλεις… Ένα μονάχα φοβούμαι…
-Τι;
— Μην την πνίξει.
— Ποιος;
Η μάνα δεν αποκρίθηκε· στράφηκε, κοίταξε κατά το αναμμένο καντήλι. Ο Κοσμάς κατάλαβε, ακούμπησε στον τοίχο. Σιγή. Ήξεραν κι οι δυο πως σαράντα μέρες η ψυχή δε φεύγει από το σπίτι, τρογυρίζει στην αυλή, ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, μανταλώνει τη νύχτα την πόρτα, κάθεται δίπλα στο καντήλι και κοιτάζει κι ακούει τα πάντα. Ο γέρος του μήνυσε ως έμαθε πως παντρεύτηκε Οβραία: «Όσο ζω να μην πατήσεις στην Κρήτη!» Και τώρα είναι μονάχα δέκα μέρες που πέθανε.
Έσκυψε ένα βήμα προς την πόρτα.
— Χρυσούλα, είπε, έλα!
Την πήρε από το χέρι, την πήγε στη μάνα του.
— Μητέρα, η κόρη σου, είπε.
Η κοπέλα έσκυψε, φίλησε το χέρι της γριάς και στάθηκε πάλι και περίμενε.
Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τη γρυπή μύτη, τα χοντρά χείλια, τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια. Τη χρυσή αλυσιδίτσα που της έζωνε το λαιμό.
— Βαφτίστηκες; ρώτησε η γριά, χωρίς ν’ απλώσει το χέρι.
— Βαφτίστηκε, αποκρίθηκε ο Κοσμάς. Να ο σταυρός. Πήρε και τ’ όνομά σου, μητέρα. Χρυσούλα.
Τράβηξε την αλυσιδίτσα κι ανέβηκε από το στήθος, ζεστό, ένα χρυσό σταυρουλάκι.
— Καλώς όρισες! είπε η μάνα και της άγγιξε με κάποιο δισταγμό το κεφάλι».
συνεχίζεται…
