Η επικοινωνία μου τα τελευταία χρόνια με την Μαριάνθη Φ. Παλάζη και το έργο της με συνδέει διαχρονικά και αυτόματα με μια μεγάλη θρακιώτισσα, την Κατίνα Βέικου Σεραμέτη, την οποία γνώρισα κατά την απαρχή της πορείας μου στα λογοτεχνικά και πολιτιστικά πράγματα της Ξάνθης και της Θράκης το 1972, κι ως το θάνατό της – το 1989 – είχαμε καθημερινή επικοινωνία και επαφή. Οι Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης ήταν οι ρίζες της – οι Νέοι Επιβάτες είναι ο πλούσιος καρπός της Θρακικής Γης. Ο Ελληνισμός πέφτει από προσφυγιά σε προσφυγιά… Και η ίδια η Σεραμέτη, πρόσφυγας από τους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης, νιώθει σαν Οδυσσέας – με την πένα της γυρνά (αντί για κουπιά) στην Ιθάκη της, τα ποιήματά της η επιβεβαίωση ενός τόσο συναρπαστικού ταξιδιού (…) Μαντήλι μισεμού η σκέψη της οδεύει παντοτινά στη Χαμένη Πατρίδα, μας πληροφορεί η ποιήτρια της Ξάνθης:
«Μεγάλο…, / ατέλειωτο το ταξίδι, / για την Χαμένη μου Πατρίδα».
Από τα έργα της Κατίνας Βέικου γνώρισα την ιστορική και πλούσια πολιτιστική πορεία των Επιβατών.
Από την Κατινίτσα γνώρισα τα Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια, στα οποία είναι αφιερωμένο το πρόσφατο έργο της Μαριάνθης Φ. Παλάζη «Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια – Γυναικεία διδασκαλική κινητικότητα και κοινωνικότητα 1857 – 1922», σελ. 375, εκδ. Επίκεντρο.
Θα παρουσιάσω πρώτα ένα σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμα της συγγραφέως, ενώ στο δεύτερο μέρος θα σκιαγραφήσω το άκρως ενδιαφέρον βιβλίο της.

Η Μαριάνθη Φ. Παλάζη γεννήθηκε και ζει στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης. Αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και έλαβε το μεταπτυχιακό της δίπλωμα από το King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Εκπόνησε διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου διεξήγε και μεταδιδακτορική έρευνα με υποτροφία του ΙΚΥ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και όπου συνεχίζει συμμετέχοντας σε διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα συνεργασίας μεταξύ των Τμημάτων Ιστορίας και Ιατρικής. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία της ελληνορθόδοξης κοινότητας της ύστερης οθωμανικής περιόδου, όπως και στην ιστορία της εκπαίδευσης και των γυναικών. Στην εργογραφία της περιλαμβάνονται, εκτός από επιστημονικά άρθρα, η μονογραφία Ένα Όνομα, Δύο Τόποι: Επιβάτες Ανατολικής Θράκης, Νέοι Επιβάτες Θεσσαλονίκης (Αθήνα: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, 2009). Έχει επίσης συμμετάσχει σε συνέδρια και επιστημονικές εκθέσεις (για τον γυναικείο Τύπο και την εκπαίδευση της ελληνορθόδοξης κοινότητας).
Πριν προσεγγίσουμε το βιβλίο που μελετά τα Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια, λίγα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία.
Οι Επιβάτες ήταν μία από τις σημαντικότερες κωμοπόλεις κοντά στην Κωνσταντινούπολη και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Σηλυβρίας και διοικητικά στη διοίκηση Μετρών. Ήταν κτισμένη επί της Εγνατίας οδού και αποτελούσε κέντρο διερχομένων προς και από την Κωνσταντινούπολη. Κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες, ενώ διακρινόταν για τα εκπαιδευτικά της ιδρύματα. Οι Επιβάτες ήταν η πρώτη κωμόπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που απέκτησε Αλληλοδιδακτική Σχολή, ήδη από το 1780, η λειτουργία της οποίας επικυρώθηκε με Πατριαρχικό Συγγίλιο του Γερασίμου Γ΄ (1796). Κατά το 1857 ο ιατρός του Σουλτάνου και Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως Σαράντης Αρχιγένης ίδρυσε το Αρχιγένειο Παρθεναγωγείο που εξελίχθηκε σε Διδασκαλείο, απ΄ όπου έβγαιναν δασκάλες οι οποίες δίδασκαν στα πιο απομακρυσμένα σχολεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την ελληνική γλώσσα. Το 1868 η σύζυγός του Ελένη ίδρυσε παραπλεύρως και την Ελένειο Σχολή Αρρένων, ίδρυμα ανώτερης εκπαιδεύσεως, το οποίο δεχόταν άπορα παιδιά, τα οποία σπούδαζαν με έξοδα της ιδρύτριας.
Στο οπισθόφυλλο του έργου διαβάζουμε: «Η μελέτη αυτή διερευνά την ιστορία του εκπαιδευτικού συγκροτήματος των Αρχιγενείων (τμήμα θηλέων 1857-1922, αρρένων 1868-1894), από την ίδρυσή του το 1857 έως την παύση της λειτουργίας του το 1922, τα δίκτυα επαγγελματικής κινητικότητας και την κοινωνικότητα των αποφοίτων του […] Σταθερά γνωρίσματα υπήρξαν η συνεχής επικοινωνία με τα παιδαγωγικά και μουσικά ευρωπαϊκά ρεύματα, ο πρακτικός χαρακτήρας των σπουδών, ο προσανατολισμός στην κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της περιφέρειας, και η προσαρμογή των εκπαιδευτικών επιλογών στη μεταβαλλόμενη πολιτική συγκυρία, όπως: η έμφαση στα μαθήματα «ελληνικότητας» (ελληνικά, θρησκευτικά, εκκλησιαστική μουσική), όταν εντείνονται οι εθνικοί και θρησκευτικοί ανταγωνισμοί ή επιδιώκεται η προσέγγιση των τουρκοφώνων ορθοδόξων από άλλα δόγματα, και η επαναλειτουργία του Οικοτροφείου, για την εκπαίδευση μεγαλύτερου αριθμού διδασκαλισσών, κατά την κορύφωση της αντιβουλγαρικής πολιτικής […] Το ίδρυμα ενέταξε τις απόφοιτες στη συλλογικότητα των «αρχιγενίδων», ενδυναμώνοντας την αυτοπεποίθησή τους, με αποτέλεσμα, παρά τους περιορισμούς που έθεταν ο δημόσιος και ιδιωτικός χώρος, να παραμένουν στο επάγγελμα, με πολύμορφες προσαρμογές «εαυτού», και να αναλαμβάνουν συλλογική δράση με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις».
Να σημειώσουμε επίσης ότι μέχρι το κλείσιμο τους το 1922, από τις τάξεις των Αρχιγενείων απολύθηκαν περίπου 1.300 δασκάλες, οι οποίες αποστέλλονταν από το Πατριαρχείο για να διδάξουν στις πλέον απομακρυσμένες περιοχές, αναδεικνύοντας έτσι τους Επιβάτες σε Φάρο της Ανατολής.
Σχολεία Αιγαίου, Πόντου, Καππαδοκίας, Μακεδονίας, Ανατολικής Θράκης, Ανατολικής Ρωμυλίας και της Βορείας Ηπείρου, ιδρύθηκαν ή λειτουργούσαν για πολλά χρόνια με Αρχιγενειάδες, οι οποίες διακρίνονταν για την κατάρτισή τους στα θεολογικά μαθήματα, στα αρχαία ελληνικά και την ψαλτική τέχνη.
Στο έργο που παρουσιάζουμε ο αναγνώστης / η αναγνώστρια από την Ξάνθη έχει τη χαρά να συναντήσει στο κείμενο ή στις υποσημειώσεις στοιχεία που συνδέονται με την Ξάνθη. Στις σελίδες 90 – 91 παρατίθεται το ποίημα της Κατίνας Βέικου Σεραμέτη για τη γιαγιά της και τη θέση της γυναίκας εκείνη την εποχή:
Νυχτίτσα η γιαγιά μου η Κατίγκω πήγαινε, / Βιαστική,
Το χάραμα στην εκκλησιά, να μεταλάβει, / Θέλω να πω την πήγαιναν – / […] Είχε κλειστεί στο σπίτι της / Στα ένδεκά της χρόνια, / Γιατί όλο κλαψούριζε / Και της είπε ο πατέρας της
«ε!… άντε αφού θελ’ς, κρύψ’ πια κορίτσι μ΄!»
[…] Αλήθεια ήταν ανένδοτη η γιαγιά:
«Τι τάθελε -έλεγε- τα γράμματα, κορίτσι πράμα;»
Η Μαριάνθη Φ. Παλάζη με το εξαιρετικό έργο της φωτίζει τον πλήρη ρόλο της παιδείας στη γυναίκα που πρόσφεραν τα Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια. Προβάλλεται ο συνεχής διάλογος με ευρωπαϊκά παιδαγωγικά ή μουσικά ρεύματα και η προσήλωση στην εκκλησιαστική μουσική, ο πρακτικός προσανατολισμός των σπουδών και η δωρεάν εκπαίδευση ορφανών μαθητριών αλλά και μαθητριών όλων των κοινωνικών στρωμάτων (σελ. 314).
