Εξιτήριο
Ι
Όταν ήρθες,
ο φόβος.
Θάλαμος,
έξω οι κόρνες
δρόμοι απειλητικοί,
μια πόλη που πεθαίνει
μέσα σε ζωντάνια χαοτική.
Βρώμα,
αιώνιος θάλαμος,
αποθήκη ψυχών,
βόθρος.
Άκρη θα βρεθεί εδώ
ανάμεσα στα σκατά
και τ’ απορρίμματα;
[το “Εδώ” φώναξε πρώτη φορά “πονάει το ψαλίδι που ξύνει το οστό…”]
ΙΙ
Χτυπά τηλέφωνο.
Απαντάς.
Πλέον ετούτο σκέφτεσαι.
Ξεχνάς
το σωληνάκι που στάζει πύον,
τον θάλαμο,
το πρήξιμο.
Παράταση ζωής
-την πήρα γιατί πρέπει να την δω-
Δώρο ζωής
η φωνή Της.
-Διάδρομος = διέξοδος-
Η σήψη εξαφανίζεται,
φεύγει.
Θεϊκή παρέμβαση.
-δυο άνθρωποι κοιτούν τι γράφεις κι αναρωτιούνται αν τρελάθηκες-
Το χέρι Της είναι
-νοητό ή πραγματικό, δεν έχει σημασία-
Σε κράτα όρθιο
όσο αντικρίζω
ζωή και θάνατο.
“Μου έλειψες”
Αυτό που ψιθυρίζεται
[Το “Εδώ” φώναξε ξανά “πονάει η φλέβα, αδελφή…”]
ΙΙΙ
Είπανε πως
τι καλοκαίρι τελείωσε.
Λάθος.
Το καλοκαίρι τώρα αρχίζει.
Ήλιος,
χαμόγελο κι αγκαλιά
Έρχεται,
Έρχομαι.
Είμαι καλά,
θα ‘μαστε καλά.
Ο θάλαμος και ο ορός τελείωσαν.
Τώρα ηρέμησα.
Σηκώθηκα.
Κινούμαι.
Ξεκινάω,
πήρα εξιτήριο._
Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, Αθήνα,
Αύγουστος – Σεπτέμβρης 2024
