Τι ήταν,
τελικά,
τα βράδια μου;
Μοναξιά.
Αυτό.
Κοιτούσα
τη θάλασσα
κι έλεγα πως,
σε τούτον τον κόσμο,
δεν υπάρχει τίποτα.
Κοιτούσα τον εαυτό μου
κι έβλεπα
ανικανότητα και μόνο.
Κοιτούσα -νοερά- εσένα
κι έβλεπα το ανέφικτο.
Τα σοκάκια, γνωστά
κι εγώ, ξένος,
παράταιρος,
στη γειτονιά σου,
μ’ έναν κομμένο δίαυλο
στα χέρια.
