Μεταφερόμαστε στα λιμάνι της Νάπολης, εκεί που οι ναυτικοί ετοιμάζονται να μπαρκάρουν. Να αντιμετωπίσουν τη σκληρότητα της θάλασσας με όλη τη γοητεία και την αίσθηση μυστηρίου που την περιβάλλει. Να προσπαθήσουν να ανταπεξέλθουν στις αστραπές όταν εκείνες σελαγίζουν στον ουρανό και την τρικυμιώδη θάλασσα όταν εκδηλώνει την οργή της ταράζοντας την ομαλή πορεία του καραβιού.
Εκεί, στη στερνή ώρα του αποχωρισμού, σύζυγοι και γονείς, αδέλφια και φίλοι δίνουν μία τελευταία αγκαλιά.
Ακόμα και σε τέτοιες στιγμές, το φαγητό λειτουργεί ως σύνδεσμος και ως συστατικό που αλαφρύνει μία βαριά ατμόσφαιρα.
Οι ναυτικοί όταν έφευγαν και επέστρεφαν, είχαν πάντα ένα βασικό προϊόν να τους ακολουθεί, την πίτσα Μαρινάρα.
Αγαπημένη για όσους δεν επιθυμούν να καταναλώνουν γαλακτοκομικά προϊόντα και για εκείνους που βρίσκουν ένα τρόφιμο κατάλληλο για νηστεία ή θρησκευτικές εορτές, η πίτσα Μαρινάρα αποτελεί μία πρόταση που αναδεικνύει τη νοστιμιά που μπορεί να έχουν τα λιτά εδέσματα.
Παλαιότερη ακόμα και από τη διάσημη Μαργαρίτα, με τα πρώτα σημάδια ζωής να ξεκινήσουν από το τόσο μακρινό 1754.
Η απλότητα των υλικών, τα οποία είναι μόνο η ζύμη και η σάλτσα, ήταν ιδανικά για να μη χαλάει το προϊόν το οποίο συνόδευε ναυτικούς στα τόσο δύσκολα και απαιτητικά ταξίδια τους.
Από την Ιταλική λέξη marinaro που σημαίνει ναύτης, η πίτσα με τη λιτότητά της να ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη φιλοσοφική έννοια του μινιμαλισμού, αποδεικνύει ότι τα λίγα μπορούν να χαρίσουν γεύση και ικανοποίηση.
Η Μαρινάρα με τη σάλτσα να αποτελεί το βασικό της πρωταγωνιστή, έχει και τη γκεστ συμμετοχή της ρίγανης και του ελαιόλαδου, τα οποία ως μία τελευταία πινελιά νοστιμίζουν και προσφέρουν έξτρα άρωμα.
Είναι προστατευόμενο προϊόν (ΠΟΠ) ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού μέρους και η πιο λιτή εκδοχή του διάσημου Ιταλικού προϊόντος που λατρεύεται παγκοσμίως όσο λίγα. Σήμα κατατεθέν της θάλασσας, τη σκληρής ναυτικής ζωής, του αποχωρισμού και παφλασμού των κυμάτων…
