Γεννημένος στις όμορφες Κροκεές της Λακωνίας, ο Νικηφόρος Βρεττάκος ήρθε στην ζωή με έναν σκοπό. Να αγαπάει την ποίηση.
Η ίδια κυλούσε στο αίμα του, τον είχε κυριεύσει με τη γοητεία της σε τέτοιο βαθμό όπου σαν όμορφη ερωμένη τον είχε ξελογιάσει και δεν άφηνε την προσοχή του να αποσυρθεί από αυτή.
Από τους μεγαλύτερους της ποιητικής έκφρασης, με πολλά αγαπημένα ποιήματα στο ενεργητικό του.
Το ποίημά του “Η μητέρα μου στην εκκλησία” είναι μία τρυφερή αφιέρωση στη μητέρα του, η οποία παρουσιάζεται σαν ένα ιδανικό πρότυπο Ελληνορθόδοξης καλοσύνης.
Φορώντας το μαντήλι που στην Ορθόδοξη πίστη οι γυναίκες πρέπει να φορούν την ώρα της λειτουργίας, η μητέρα παρουσιάζεται σα μία γυναίκα με βαθιά πίστη και ψυχική καθαρότητα.
Η Κυριακή, μέρα της Θείας Λειτουργίας, γίνεται πάντοτε γνωστή για εκείνη. Ακόμα και αν λησμονήσει τις ημέρες, η έντονη εσωτερική της σύνδεση με το θείο, λειτουργεί ως προειδοποίηση και κάλεσμα για την παρουσία της στην οικία Του.
Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κι ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι,
παρόλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη
που ανατέλλει στον ουρανό – δεν ξέρει η μητέρα μου.
Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό
κι η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.
Στους στίχους του ποιήματος, διακρίνουμε τον βαθύ θαυμασμό του ποιητή για τη μητέρα του. Τα μαύρα της ρούχα λειτουργούν αντιθετικά με τη φωτεινότητα της ψυχής της και την πνευματική της ματιά.
Το χτύπημα της καμπάνας λειτουργεί για εκείνη ως κάλεσμα στον ιερό χώρο της εκκλησίας, την ημέρα που οι Χριστιανοί μεταλαμβάνουν και ακούν το θείο κήρυγμα.
Ο ποιητής αναφέρεται συχνά στη μητέρα του με έναν τρόπο αληθινό και ρεαλιστικό. Αναγνωρίζει ότι δε διαθέτει εξειδικευμένες, επιστημονικές γνώσεις και το υπόβαθρο να εξηγεί με λεπτομέρεια τα φυσικά φαινόμενα και τον κόσμο γύρω της. Όμως, διαθέτει πλούσιο εσωτερικό κόσμο, τον γλυκό άνθρωπο της καρδιάς, έχει ανοιχτά τα μάτια της διάνοιάς της. Ακόμα και αν υστερεί σε επιστημοσύνη, η αγαθότητά της, η βαθιά της πίστη, η γλυκύτητά της, όλα αναπληρώνουν οποιαδήποτε έλλειψη από άποψη αυστηρής μόρφωσης. Ακόμα και αν η μητέρα δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις, διαθέτει ένστικτο, ειλικρινή αγάπη και βίωμα. Η συναισθηματική της νοημοσύνη ξεπερνά την όποια μορφωτική της έλλειψη.
Ο Βρεττάκος περιγράφει μία μητέρα η οποία την αγάπη να καθρεφτίζεται παντού, σε κάθε παράσταση του φυσικού κόσμου. Η ίδια της η παρουσία είναι μία αίσθηση ζεστασιάς, μία βεβαιότητας εγγύτητας και τρυφερότητας.
Η εξωτερική της εμφάνιση αντανακλά της ηθικότητα και την καθαρότητα του ψυχικού της κόσμου. Η σεμνότητά της την οδηγεί να καλύψει ευπρεπώς τον εαυτό της για να εισέλθει στον οίκο του Θεού, τιμώντας τις προγονικές παραδόσεις και διαχρονικούς κανόνες εμφάνισης που διέπουν τους εκκλησιαστικούς κανόνες.
Ο Βρεττάκος θέλει να αναδείξει τη μητέρα που ακόμα και αν δε διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις για πολλά ζητήματα, το ένστικτο και η καθαρή της ψυχή και πάλι την οδηγούν στις σωστές αποφάσεις. Αναδεικνύει τον πλούτο της καρδιάς, τη γοητεία του απλού νου που αφήνει να τον οδηγεί η εσωτερική καλοσύνη και όχι κάποια αυστηρή γνωστική ιδιότητα. Η αγάπη της αφήνει το ηχηρό της αποτύπωμα παντού, διότι λειτουργεί αυθόρμητα, αγνά και ανιδιοτελώς. Ο ποιητής επιθυμεί να περιγράψει την ασφάλεια που προσφέρει η μητέρα του ως μία γυναίκα με βαθιά αίσθηση προσφοράς, ειλικρινή σχέση με το θείο και άδολη ψυχή.
Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση.
