Μαρώνεια, 435 π.Χ.
Μπροστά μου το θρακικό πέλαγος
και μια τριήρης αγκυροβολημένη στην ακτή.
Στέκομαι στην αμμουδιά και παρατηρώ τους ναύτες.
Ανεβαίνουν και κατεβαίνουν από το πλοίο
κουβαλώντας στις πλάτες τους
αμφορείς με οίνο ισμαρικό.
Ο καπετάνιος όρθιος στην πλώρη με κοιτάζει.
Παίρνω κι εγώ έναν αμφορέα
από τον σωρό δίπλα μου, σκύβω,
τον στηρίζω καλά στην πλάτη μου.
Ανεβαίνω στην ξύλινη σανίδα που οδηγεί στην τριήρη.
Είναι ώρα για επιστροφή εις τας Αθήνας.
(για το εμπόριο Θράκης-Αθήνας στην κλασική αρχαιότητα)
Θέρος 357 π.Χ. Ιερό Μεγάλων Θεών, Σαμοθράκη
«Ολυμπιάδα του Νεοπτόλεμου, των Μολοσσών»,
προφέρω το όνομά μου δυνατά
στον ιερέα των Καβείρων που στέκει ομπρός μου.
Πίσω του ένας άντρας με μαύρα γένια και μάτια με κοιτάζει.
Ο ιερέας γυρίζει σε αυτόν.
«Φίλιππος ο Δεύτερος, των Μακεδόνων» φωνάζει αυτός,
μα εξακολουθεί εμένα να κοιτά.
«Ολυμπιάδα, Φίλιππε, σας χρήζω πλέον μύσται!»
Γονατίζω, ο ιερέας μου δένει τα μάτια με μαντίλι λευκό,
το ίδιο και στον Φίλιππο.
Μα και μέσα από το λευκό μαντίλι
ακόμη εκείνος με κοιτά.
(η γνωριμία του Φιλίππου Β’ και της Ολυμπιάδας στα Καβείρια Μυστήρια της Σαμοθράκης)
Τραϊανούπολη, Εγνατία οδός, 120 π.Χ.
Είμαι γονατισμένος,
κρύβομαι πίσω από έναν ασπάλαθο
έξω από τη δεξιά πλευρά της Εγνατίας Οδού.
Ο ήλιος έχει μόλις δύσει,
αλλά ακόμη διαβάτες ταξιδεύουν,
καβάλα σε υποζύγια ή πεζή.
Ένα κάρο πλησιάζει από αριστερά,
ακούω διαταγές στα λατινικά από τα δεξιά
και σανδάλια να χτυπούν ρυθμικά πάνω στις πέτρες.
Μία ρωμαϊκή περίπολος έρχεται.
Εξαφανίζομαι ολόκληρος πίσω από τον ασπάλαθο,
τα αγκάθια του τρυπούν τα χέρια μου.
Δεν πρέπει να με δουν.
Θα επιτεθώ σε κάποιον μόλις σκοτεινιάσει.
Πλούσιο πατρίκιο φυσικά.
(για την Εγνατία οδό που κατασκευάστηκε τον 2ο αιώνα π.Χ.)
Στα τείχη της Μαξιμιανούπολης, φθινόπωρο 1207
Ο ήλιος έχει μόλις ανατείλει, ομίχλη παντού.
Στέκω ολόρθος επάνω στα τείχη,
στην κορυφή του βορειοανατολικού πύργου.
Με τη δεξιά γροθιά σφίγγω το δόρυ μου,
το στηρίζω στο έδαφος που δονείται βιαίως
από τις οπλές εκατοντάδων αλόγων
που καλπάζουν προς τα τείχη.
Τα κράνη των καβαλάρηδων αντανακλούν τον ήλιο, με τυφλώνουν.
Οι πολεμιστές κρατούν ακόντια στο δεξί χέρι υψωμένα
και φωνάζουν ρυθμικά: «Α-τά-κα! Α-τά-κα!»[1].
Πισωπατώ, δίχως να αποστρέψω το βλέμμα, και ουρλιάζω:
«Έρχεται ο τσάρος Καλογιάννης! Στα όπλα ευθύς!»
(για την επίθεση του Βούλγαρου τσάρου Καλογιάννη-ή Σκυλογιάννη για τους Βυζαντινούς- στην πόλη της Μαξιμιανούπολης-Μοσυνούπολης το φθινόπωρο του 1207 μ.Χ.)
Διδυμότειχο, 26 Οκτωβρίου 1341
Εγώ, ο Ιωάννης Καντακουζηνός,
Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,
σκύβω το κεφάλι
Φέρνω το δεξί πόδι μπροστά,
το αριστερό μου γόνατο χαμηλώνει
και ακουμπά στο πάτωμα της εκκλησίας.
Ο Επίσκοπος Ιλαρίωνας κρατάει το στέμμα.
Με πλησιάζει
και με αργές κινήσεις
το τοποθετεί επάνω στην κάρα μου.
Είμαι πλέον αυτοκράτορας,
Ιωάννης Καντακουζηνός ο Στ΄.
(για τη στέψη του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού στο Διδυμότειχο καταμεσής του εμφυλίου πολέμου των Παλαιολόγων)
Γκιουμουλτζίνα,[2] 1363
«Γαζή Εβρενός μπέη gelmek![3]»,
μου φωνάζει ο υπασπιστής μου,
κι εγώ καβάλα στο μαύρο μου άτι, τον Γιλντιρίμ.[4]
τινάζω τα χαλινάρια,
σφίγγω με τις φτέρνες μου τα πλευρά του
και διαβαίνω με ελαφρύ τριποδισμό
την πύλη του κάστρου.
Σώματα νεκρά, ακέφαλα, κόκκινα απ’ το αίμα,
χέρια, πόδια, ανθρώπινα μέλη χωρίς τον κορμό
κείτονται μπροστά στα πόδια του αλόγου μου.
Δεν υπάρχει κανείς πέρα από τους στρατιώτες μου, ησυχία.
Μονάχα ρωμαίικοι θρήνοι για τους σκοτωμένους
ηχούν μέσα από τα ερειπωμένα σπίτια του κάστρου.
(για την κατάκτηση της Κομοτηνής από τους Τούρκους)

Κάστρο της Χώρας, Σαμοθράκη, 1435
Στέκω στην άκρη του ψηλού βράχου,
πίσω μου ορθώνεται το Κάστρο,
από κάτω μου οι οικίες των πολιτών,
σκορπισμένες μέσα στα στενά σοκάκια.
Ανάμεσα από τα βουνά,
από ένα μικρό άνοιγμα,
το πέλαγος αντικρίζω.
Μια μικρή κουκίδα μες στη θάλασσα διακρίνω.
Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα για να δω καλύτερα.
Κουρσάρικο είναι, θαρρώ, ετούτο το καράβι.
(για τη μεσαιωνική Χώρα της Σαμοθράκης)
Ξάνθη, Καπναποθήκη στην οδό Αβδήρων 50, 1890
Στο ημιυπόγειο με την υγρασία
κάθομαι οκλαδόν
εγώ και άλλες δέκα γυναίκες καθισμένες στη σειρά
με τα μαλλιά μας πιασμένα κότσο.
Μπροστά μας, καφετιά ξύλινα κιβώτια
και γύρω τους σκορπισμένα στο πάτωμα
ερυθροκόκκινα φύλλα του καπνού.
Ξεχωρίζω τους μπασμάδες έναν έναν
και τους πετάω στο κιβώτιο.
Και πάλι από την αρχή.
Καμία μας δεν μιλάει, όλες κοιτάζουμε τα χέρια μας μονάχα.
Η μυρωδιά κάνει το στομάχι μου να ανακατεύεται,
μου έρχεται να κάνω εμετό.
Σφραγίζω το στόμα, κλείνω τα μάτια και συνεχίζω.
(για τη μεγάλη ακμή της Ξάνθης με το εμπόριο των καπνών στα τέλη 19ου αιώνα-αρχές 20ου)
Δεδέαγατς,[5] Μητροπολιτικός ναός Αγίου Νικολάου, 14 Μαΐου 1920
Εγώ και οι γονείς μου βρισκόμαστε
μπροστά από την είσοδο του ναού, πάνω στο πλατύσκαλο.
Η μητέρα στα δεξιά μου κι ο πατέρας αριστερά.
Δίπλα μας παραταγμένοι ναύτες με γαλανόλευκες στολές,
απέναντι η μπάντα του ναυτικού.
Ελληνικές σημαίες αιωρούνται παντού.
Οι άνθρωποι γύρω μου φωνάζουν «Ζήτω! Ζήτω η Ελλάς!».
Δεν μπορώ να δω.
Ο πατέρας με σηκώνει ψηλά με τα δυο του χέρια
και με καθίζει στους ώμους του.
Και τότε βλέπω το καφέ άλογο
με τον Στρατηγό Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν καβάλα
να βαδίζει σε ζωηρό τριποδισμό.
Βγάζει το καπέλο, το πετάει με το δεξί χέρι στον αέρα,
ενώ η μπάντα παιανίζει το «Όλη δόξα, όλη χάρη».
(για την απελευθέρωση της Αλεξανδρούπολης)
Λέσχη Κομοτηναίων, 1943, παραμονή Πρωτοχρονιάς
Στέκω έξω από το παράθυρο της Λέσχης.
Η εξώθυρα ανοίγει.
Ένα ζευγάρι καλοντυμένων μεσήλικων μόλις αφίχθη.
«Zakūsnya!»[6] τους λέει ο θυρωρός
και τους οδηγεί στη σάλα.
Εκεί ζευγάρια χορεύουν, άλλοι τρώνε,
Άλλοι πίνουν οίνο ρούσσο.
Η ορχήστρα των βιολιών σταματά να παίζει,
τα φώτα χαμηλώνουν.
«δέκα, devet,[7] οκτώ, sedem[8]…»,
ο κόσμος μετρά αντίστροφα σε δύο γλώσσες.
Σε λίγα δευτερόλεπτα μπαίνει ο Νέος Χρόνος.
Τουρτουρίζω και το στομάχι μου συσπάται
σε ένα ηχηρό γουργουρητό.
(στην Κομοτηνή της βουλγαρικής κατοχής)
Κομοτηνή, 11 Ιανουαρίου 1960
Βρίσκομαι έξω από το κατάστημα του Παπαστράτου.
Το πόδια μου είναι γεμάτα λάσπη,
κολλάει στις σόλες των παπουτσιών μου.
Το αφεντικό μου φωνάζει:
«Δούλευε μπρε! Μη χαζεύεις!»
Σκύβω, σηκώνω τα μπατζάκια μου ψηλά
και παίρνω το φτυάρι.
Χουφτώνω τη λάσπη,
τη ρίχνω μακριά, ξανά και ξανά.
Χανούμισσες γεμίζουν με λάσπη τους κουβάδες,
άντρες με τσιγάρα στο στόμα συνεχίζουν να φτυαρίζουν,
όπως κι εγώ.
(για την πλημμύρα του ποταμού Μπουκλουτζά που συνέβη στις 10 του Γενάρη. Εξαιτίας της οποίας 3.000 άνθρωποι έμειναν άστεγοι. Το ποίημα αποτυπώνει την κατάσταση της επόμενης ημέρας.)
Νέο Ηρώο, Κομοτηνή, 24 Μαρτίου 1970
Φέρνω τα ακροδάχτυλα του γαντοφορεμένου δεξιού χεριού στο μέτωπο,
τεντώνω το κορμί, προβάλλοντας το στήθος,
χτυπάω το δεξί πόδι καταγής,
το ξίφος μου ταλαντεύεται στο θηκάρι του.
Ο ταξίαρχος φτάνει στο Ηρώο, περνάει μπροστά μας.
Οι φαντάροι σηκώνουν τα όπλα ανά χείρας
και η μπάντα παιανίζει τη Σημαία.
Η γαλάζια κορδέλα μπροστά από το Σπαθί
κόβεται από τον δήμαρχο.
Ο κόσμος χειροκροτεί
και ο ταξίαρχος καταθέτει τον στέφανο με σεβασμό.
Ενός λεπτού σιγή. Ανάκρουσις Εθνικού Ύμνου.
(για τα εγκαίνια του Νέου Ηρώου «Σπαθί» της Κομοτηνής επί χούντας)
Αναστασιούπολη, 2000
Περπατώ στο χωμάτινο μονοπάτι,
συννεφιά και σκοτάδι, παρά το πρωινό φως.
Τα πλατάνια και οι βελανιδιές από πάνω μου
καλύπτουν τον ουρανό με τα κλαδιά τους.
Μονάχα τα τιτιβίσματα των πουλιών ακούω
και τον ξερό ήχο από τα κλαδάκια
από τα παπούτσια του στο χώμα.
Στην στροφή του δρόμου ορθώνεται ξαφνικά
ο τεράστιος μισογκρεμισμένος βυζαντινός πύργος
καλυμμένος ολόκληρος σχεδόν από κισσό
και το μονόγραμμα των Παλαιολόγων
στην μπροστινή πλευρά του.
(η αποτύπωση της εντύπωσης που αφήνει η Αναστασιούπολη στη σύγχρονη εποχή)
Κομοτηνή, περιπλάνηση στην αγορά, 2022
Ώρα ενάτη πρωινή, πρωτομηνιά του Μάρτη.
Τα τακούνια μου χτυπούν ρυθμικά
στο πλακόστρωτο της οδού Ερμού.
Στα ρουθούνια μου εισέρχεται
η μυρωδιά του φρεσκοκαβουρδισμένου καφέ,
των ψημένων πιπεράτων στραγαλιών,
του πασπαλισμένου με άχνη σουτζούκ λουκούμ.
Στα αυτιά μου ηχεί από το Γενί Τζαμί
η διαπεραστική φωνή του μουεζίνη «Αλλάχου Άκμπαρ!»
Και τα μάτια μου αντικρίζουν αραδιασμένα
έξω από τις πόρτες των καταστημάτων
μπακίρια, μπρίκια και λοιπά κατσαρολικά.
(η εντύπωση που αφήνει η αγορά της Κομοτηνής στον σύγχρονο επισκέπτη)
[1] Επίθεση στα βουλγάρικα.
[2] Η τουρκική ονομασία της Κομοτηνής.
[3] Έλα στα τουρκικά.
[4] Κεραυνό.
[5] Αλεξανδρούπολη.
[6] Αργήσατε στα βουλγάρικα.
[7] Εννιά.
[8] Επτά
