Το The Palace (2023) είναι μια ταινία που μισήθηκε πριν καν προβληθεί. Όχι επειδή είναι κακή. Αλλά επειδή τολμά να δείξει έναν κόσμο που πολλοί προτιμούν να αγνοούν. Ο Ρομάν Πολάνσκι δεν χαρίζεται σε κανέναν. Δεν προσπαθεί να γίνει αρεστός. Δεν ζητά συγγνώμη. Πετάει στα μούτρα του θεατή μια φάρσα γεμάτη παρακμή, χρυσάφι, ψεύτικα χαμόγελα και ανθρώπους που έχουν ξεχάσει τι σημαίνει πραγματικότητα. Και αυτό είναι που ενόχλησε. Όχι η ταινία, αλλά η αλήθεια της.
Το ξενοδοχείο είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας.
Στους πάνω ορόφους η ελίτ πνίγεται στη σαμπάνια. Στους κάτω ορόφους οι εργαζόμενοι τρέχουν σαν σκιές για να κρατήσουν ζωντανή την ψευδαίσθηση της τελειότητας. Η παραμονή του 2000 λειτουργεί σαν ειρωνική υπενθύμιση. Ο κόσμος έξω φοβάται την κατάρρευση. Οι πλούσιοι μέσα φοβούνται μόνο μήπως χαλάσει η φωτογένειά τους. Και οι εργαζόμενοι φοβούνται μήπως χάσουν τη δουλειά τους αν δεν χαμογελάσουν αρκετά.
Οι πελάτες του ξενοδοχείου κινούνται στα όρια της γελοιότητας.
Πλαστικά πρόσωπα, παράλογες απαιτήσεις, εμμονή με την εικόνα. Δεν είναι καρικατούρες. Είναι η πραγματικότητα σε μεγέθυνση. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι είναι οι μόνοι που μοιάζουν ζωντανοί. Κουρασμένοι, αγχωμένοι, εγκλωβισμένοι σε ένα σύστημα που τους θέλει αόρατους. Η υπερβολή της ταινίας δεν είναι σάτιρα. Είναι μια ακτινογραφία. Και η ακτινογραφία δείχνει κάτι απλό. Η ελίτ ζει σε άλλο πλανήτη, ενώ οι εργαζόμενοι ζουν στη Γη.
Η ταινία είναι ένα πανηγύρι παρακμής. Ένα θέατρο όπου όλοι παίζουν ρόλους που δεν πιστεύουν πια. Η κάμερα κινείται σαν να παρακολουθεί ένα πτώμα που δεν ξέρει ότι είναι νεκρό. Το χιούμορ είναι μαύρο. Αιχμηρό. Σχεδόν προσβλητικό. Και αυτό είναι το θάρρος της ταινίας. Δεν προσπαθεί να σε κάνει να νιώσεις άνετα. Προσπαθεί να σε κάνει να δεις. Και αυτό πονάει.
Πώς λειτουργούν οι ερμηνείες μέσα σε αυτή την τελετουργία παρακμής.
Ο Masucci είναι η ανθρώπινη ρωγμή μέσα στο κιτς. Η Ardant φέρνει μια αριστοκρατική ειρωνεία που μοιάζει με μαχαίρι τυλιγμένο σε μετάξι. Ο Cleese είναι η φωνή ενός κόσμου που γελάει για να μην ουρλιάξει. Ο Rourke είναι η ίδια η παρακμή με ανθρώπινο πρόσωπο. Το καστ μοιάζει με θίασο που παίζει την τελευταία του παράσταση πριν πέσει η αυλαία. Και οι εργαζόμενοι, οι μικροί ρόλοι, είναι αυτοί που δίνουν στην ταινία την αίσθηση της πραγματικότητας. Είναι οι μόνοι που δεν παίζουν. Ζουν.
Το ξενοδοχείο είναι ένα παλάτι χτισμένο πάνω σε ψέματα. Χρυσά, γούνες, φτερά, σαμπάνιες. Όλα υπερβολικά. Όλα λίγο παραπάνω από το ανεκτό. Η φωτογραφία παίζει με τη ζεστασιά του μέσα και την παγωμένη σιωπή του έξω. Η αντίθεση είναι ξεκάθαρη. Μέσα η ψευδαίσθηση. Έξω η αλήθεια. Και ανάμεσα σε αυτά τα δύο, οι εργαζόμενοι που κρατούν όρθιο το ψέμα.
Γιατί το The Palace είναι τίμιο. Γιατί δεν προσποιείται. Γιατί δεν ζητά συγγνώμη. Γιατί δεν χαϊδεύει κανέναν. Γιατί είναι μια ταινία που έχει άποψη και δεν φοβάται να την πει. Και γιατί σε μια εποχή όπου όλοι θέλουν να είναι αρεστοί, το να είσαι ειλικρινής είναι πράξη αντίστασης. Το The Palace δεν είναι ταινία για να την αγαπήσεις. Είναι ταινία για να την αντέξεις.
Γιατί οι κριτικές υπήρξαν τόσο άσχημες και πόση προκατάληψη κρύβουν
Η πλειονότητα των αρνητικών κριτικών δεν αφορούσε την ταινία. Αφορούσε τον δημιουργό. Ο Πολάνσκι κουβαλά ένα βαρύ παρελθόν. Η υπόθεση του 1977, η φυγή του από τις ΗΠΑ, οι μεταγενέστερες κατηγορίες, οι δικαστικές διαμάχες, η δημόσια δαιμονοποίηση. Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει μια εικόνα που προηγείται του έργου του.
Πολλοί κριτικοί δεν μπήκαν στην αίθουσα για να δουν ταινία. Μπήκαν για να δικάσουν. Η κριτική μετατράπηκε σε ηθική καταγγελία. Η ανάλυση σε τιμωρία. Το The Palace δεν κρίθηκε για όσα δείχνει.
Κρίθηκε για όσα συμβολίζει. Και αυτό, ανεξάρτητα από το πώς βλέπει κανείς τον Πολάνσκι, είναι άδικο για την τέχνη. Όταν η προκατάληψη γίνεται κριτήριο, η αλήθεια εξαφανίζεται.
