Ο σούπερ Ηρακλής και οι θαυμάσιοι άθλοι του | του Θανάση Μουσόπουλου (Μέρος ΙΙ)
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Ο σούπερ Ηρακλής και οι θαυμάσιοι άθλοι του | του Θανάση Μουσόπουλου (Μέρος Ι)” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”10934″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Ο σούπερ Ηρακλής και οι θαυμάσιοι άθλοι του
Η Αθηνά – με ένα μήνυμα στο κινητό – ανέφερε στο Δία τα νέα θαύματα του γιου του Ηρακλή. Κι ο Δίας χάρηκε και καμάρωσε πολύ.
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Ο σούπερ Ηρακλής και οι θαυμάσιοι άθλοι του | του Θανάση Μουσόπουλου (Μέρος Ι)” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”10934″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Όμως πάντοτε δεν πάνε τα πράγματα και στους θεούς και στους ανθρώπους όπως αυτοί θέλουν, ούτε όπως είναι το καλό και το σωστό. Ο Ηρακλής, λοιπόν, σε μια περίοδο της ζωής του έκανε σαν τρελός, δεν ήξερε τι ήθελε, όλα τον έφταιγαν. Το δυσάρεστο είναι ότι σ’ αυτό το δύσκολο διάστημα έκανε κακό στη γυναίκα και στα τρία παιδιά του. Μάλωσε και με τον ανεψιό του τον Ιόλαο, τον μεγαλύτερο γιο του αδελφού του Ιφικλή. Δεν ήξερε, πραγματικά, τι έκανε.
Ευτυχώς, ύστερα από καιρό, ήρθε ο Ηρακλής στα συγκαλά του. Πέρασε η κρίση αυτή, και άρχισε να σκέφτεται τι έκανε, μετάνιωσε και στενοχωρέθηκε πολύ. Για να γλιτώσει από τα βάσανά του πήγε στους Δελφούς, στο μεγαλύτερο Μαντείο και ρώτησε την Πυθία τι πρέπει να κάνει για να γαληνέψει η ψυχή του και να συχωρεθούν τα λάθη του. Τότε η μάντισσα τού είπε να πάει σε μια μακρινή πόλη, στην Τίρυνθα στην υπηρεσία του εκεί βασιλιά Ευρυσθέα για δώδεκα χρόνια και να εκτελεί χωρίς αντίρρηση ό,τι δύσκολο και επικίνδυνο έργο του ζητούσε ο βασιλιάς. Μετά από αυτό, και θα συγχωρεθούν τα λάθη του και θα γίνει αθάνατος.
Ο Ηρακλής έπεσε σε κατάθλιψη, απελπίστηκε πώς αυτός ο γιος του Δία να υπακούει για δώδεκα ολόκληρα χρόνια σε έναν άνθρωπο. Τι να κάνει όμως, αφού έτσι ήθελε ο πατέρας του να γίνει. Ευτυχώς είχε φίλους, που τον συμπαραστάθηκαν αυτές τις δύσκολες στιγμές. Έτσι ξεκίνησε ο Ηρακλής για την Τίρυνθα, όπως του είπε η Μάντισσα του θεού, η Πυθία. Οι θεοί τού έκαναν πολλά δώρα: ο Ερμής ο ταχυδρόμος των θεών, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος, ο Ποσειδώνας, άλογα, σπαθί, τόξα, βέλη, θώρακα. Η Αθηνά του έδωσε έναν χιτώνα και ο πατέρας Δίας τού έστειλε μια θεόρατη ασπίδα. Πόσο πολύ τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν όλοι, γιατί ήταν ένα καλό, δυνατό και όμορφο παλικάρι και όλοι τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν, εκτός βέβαια, από τη νουνά του. Τώρα όμως, με τη νέα μηχανή που έβαλε σε λειτουργία η Αθηνά, ο Ηρακλής ήταν άφαντος για την Ήρα.
Ο Ηρακλής ξεκίνησε για τις Μυκήνες μια δοξασμένη πόλη, που βρίσκεται στην Πελοπόννησο, παίρνοντας μαζί του τον ανεψιό του Ιόλαο που οδηγούσε το άρμα και κρατούσε την ασπίδα. Ο ίδιος είχε μόνο το ρόπαλο, κανένα άλλο όπλο.
Το Λιοντάρι της Νεμέας
Ο Ευρυσθέας χάρηκε που ερχόταν ο γιος του Δία, ημίθεος Ηρακλής, τρόμαξε όμως γιατί ήξερε ότι ήταν πολύ ικανός. Σκέφτηκε ποια θα είναι η πρώτη αποστολή που θα του βάλει να εκτελέσει, να σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας. Ήταν παντοδύναμο, κανένας δεν τολμούσε να αναμετρηθεί μαζί του.
Ο Ηρακλής από την Τίρυνθα τράβηξε για τη Νεμέα. Βρήκε το λιοντάρι, το σημάδεψε με το τόξο, μετά με το ξίφος, τέλος με το ρόπαλο. Τίποτα δεν κατάφερε, και τις τρεις φορές απέτυχε. Το ρόπαλο μάλιστα έγινε κομμάτια. Χτυπούσαν το λιοντάρι αλλά χωρίς να το τραυματίσουν . Το λιοντάρι καμαρωτό πήγε για τη σπηλιά του, που ο Ηρακλής παρατήρησε πως είχε δύο εισόδους. Έφραξε τότε τη μία είσοδο κι ο ήρωάς μας μπήκε μέσα, μια σκληρή πάλη ακολούθησε. Λιοντάρι και Ηρακλής πάλευαν σκληρά. Ο Ηρακλής το ‘πιασε από το κεφάλι, του άνοιξε το στόμα, στα δύο κόπηκε. Αλλού τα πάνω δόντια, αλλού τα κάτω, διαλύθηκε η μασέλα του. Τα κατάφερε μια χαρά, μόνο ένα δάχτυλο έχασε στο χέρι του ο Ηρακλής πάνω στην πάλη, πήρε το δέρμα του λιονταριού στους ώμους του και πήγε στον Ευρυσθέα. Ο βασιλιάς τρόμαξε από το θέαμα και κρύφτηκε από το φόβο του.

Η Λερναία Ύδρα
Έστειλε έναν απεσταλμένο του στον Ηρακλή που του είπε, ποια θα είναι η δεύτερη αποστολή του: να σκοτώσει τη Λερναία Ύδρα – ένα τέρας με εννέα κεφάλια!
Tο τέρας αυτό το έλεγαν Ύδρα γιατί ζούσε στα νερά μιας λίμνης και Λερναία γιατί ήταν στη λίμνη Λέρνη. Ήταν ένας δράκοντας με γύρω γύρω είχε κεφάλια, σαν χταπόδι. Μύριζε τόσο άσκημα, που δεν άντεχε κανένας να ζήσει κοντά του σε εκείνη την περιοχή. Και αν ακουμπούσε η αναπνοή της κάποιον, αυτός αμέσως πέθαινε. Αυτόν τον δράκοντα τον είχε μεγαλώσει η Ήρα για να εξοντώσει τον ημίθεο αδεξιμιό της. Η Αθηνά όμως πάλι βοήθησε τον ήρωα μας. Του είπε να ρίξει αναμμένα βέλη για να αναγκάσει το θηρίο να βγει από τη φωλιά του και να κρατήσει την αναπνοή του για να μην μυρίζει τη βρωμομυρουδιά. Εντωμεταξύ, η Αθηνά βρήκε την ευκαιρία να στείλει μήνυμα στον πατέρα Δία και τον ενημέρωσε για την πορεία του αγαπημένου του γιού. Ο Δίας απάντησε με ένα απλό οκ.
Πράγματι, βγήκε η Λερναία Ύδρα, τότε επιτέθηκε ο Ηρακλής και έκοψε ένα κεφάλι της, αλλά τι έγινε; Εκεί που έκοψε ένα κεφάλι βγήκαν άλλα δύο. Τα’ χασε για λίγο, αλλά αμέσως του ήρθε στο μυαλό η ιδέα και είπε στον ανεψιό του Ιόλαο να ανάψει φωτιά, και ο Ηρακλής σε κάθε κεφάλι που έκοβε έβαζαν ένα αναμμένο δαυλό. Έτσι κατάφεραν να κόψουν όλα τα κεφάλια. Την ένατη κεφαλή που ήταν αθάνατη ο Ηρακλής την έθαψε. Πήγε και τα είπε όλα τα καθέκαστα, αλλά ο βασιλιάς δεν παραδέχτηκε αυτό το κατόρθωμα, τον άθλο του Ηρακλή, γιατί τον βοήθησε ο Ιόλαος.
Το Ελάφι της Άρτεμης
Στη συνέχεια, ο Ευρυσθέας ζήτησε τρίτο κατόρθωμα, το ελάφι της θεάς Άρτεμης, που ήταν υπεύθυνη για την ομορφιά και για τις γιορτές στον Όλυμπο. Ο Ηρακλής δεν ήθελε όμως να στενοχωρήσει τη θεά, γι’ αυτό σκέφτηκε να πιάσει το ελάφι και να το φέρει στον βασιλιά ζωντανό. Έναν ολόκληρο χρόνο το κυνηγούσε, αλλά αυτό ήταν πολύ γοργοπόδαρο, πήγε πολύ μακριά στο βορρά, ύστερα γύρισε πάλι προς τα νότια. Τελικά ο Ηρακλής το’ πιασε, το φορτώθηκε στους ώμους του και το ‘φερνε. Ξαφνικά, μέσα σ’ ένα ολόφωτο σύννεφο παρουσιάστηκε μπροστά του η Άρτεμη και τον μάλωνε που άρπαξε το ελάφι της. Ο Ηρακλής της είπε για το χρησμό του μαντείου και τη διαταγή του Ευρυσθέα, η θεά τον συγχώρεσε κι αυτός πήγε μαζί με το ελάφι στον βασιλιά.
Ο Ερυμάνθιος κάπρος
Ο ανικανοποίητος Ευρυσθέας διέταξε τον Ηρακλή να αφήσει ελεύθερο το ελάφι και να πάει να του φέρει ένα αγριογούρουνο που ζούσε στον Ερύμανθο, τον Ερυμάνθιο κάπρο. Ο ήρωας πήγε να πιάσει το πελώριο κι άγριο τέρας. Το κυνήγησε και το ανάγκασε να πέσει σε έναν γκρεμό, που στο βάθος είχε πολύ χιόνι. Ο Ηρακλής έπεσε πάνω στον κάπρο και τον αλυσόδεσε. Τον πήγε στις Μυκήνες. Έφτασε ακριβώς, όταν ξεκινούσε μια μακρινή θαλασσινή εκστρατεία, η Αργοναυτική. Ο Ηρακλής άφησε τον Ερυμάνθιο κάπρο στην πλατεία και τράβηξε κι αυτός στα καράβια, χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Οι Στάβλοι του Αυγεία
Όταν ύστερα από καιρό επέστρεψε, ο Ευρυσθέας τον διέταξε μέσα σε μία μέρα να καθαρίσει τους στάβλους του βασιλιά Αυγεία. Και μη φανταστείτε ότι ήταν μικρή δουλειά! Ο Αυγείας είχε βόδια πάμπολλα, που οι θεοί έκαναν έτσι ώστε να μην αρρωσταίνουν, γίνονταν τόσο πολλά και τις ακαθαρσίες τους δεν τις καθάριζε κανένας. Λόφοι ολόκληροι σχηματίζονταν. Πώς σε μια μέρα να τους καθαρίσει ο Ηρακλής; Πήγε στον Αυγεία και ορκίστηκαν ότι αν καθαρίσει τους στάβλους θα του δώσει το ένα δέκατο των βοδιών. Τι σκέφτηκε ο ήρωας, έστειλε τον ανεψιό του Ιόλαο και γκρέμισε τη μάντρα σε δύο σημεία της περίφραξης, αυτός έστρεψε το ρεύμα ποταμών, του Αλφειού και του Πηνειού. Τα νερά πέρασαν μέσα από τους στάβλους ορμητικά και παρέσυραν όλες τις κοπριές. Δυστυχώς ο Αυγείας δεν κράτησε τον όρκο του και δεν έδωσε τα βόδια στον Ηρακλή, αλλά ούτε κι ο Ευρυσθέας δέχτηκε τον άθλο του, γιατί τάχα ο ήρωας είχε μπει στην υπηρεσία του Αυγεία. Τι σου κάνουν οι βασιλιάδες και οι άρχοντες, σκέφτηκε ο ημίθεος Ηρακλής …
Ο σούπερ Ηρακλής και οι θαυμάσιοι άθλοι του | του Θανάση Μουσόπουλου … συνεχίζεται
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Ο σούπερ Ηρακλής και οι θαυμάσιοι άθλοι του | του Θανάση Μουσόπουλου (Μέρος ΙII)” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”11113″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
