Ο Τοσκανίνι, ο Τριστάνος και το «κύμα»
Σύννεφα πότε πότε
ξεκουράζουν τους ανθρώπους
από το κοίταγμα του φεγγαριού.
Ματσούο Μπασό
Ο Τοσκανίνι, ο Τριστάνος και το «κύμα»
Ο νεαρός άνδρας ανασήκωσε το τσουλούφι που έπεφτε στα μάτια του με την ανάστροφη του καρπού του. Το μέτωπό του, νοτισμένο από τον ιδρώτα, διαπέρασε μια δροσερή αίσθηση. Κι’ όμως ήταν αποπνικτικά ζεστά. Η τρίτη θέση του καραβιού, ασφικτικά γεμάτη, μύριζε ψαρόσουπα και μαύρο τσάι. Ένα υπόκωφο νανούρισμα έπλεε ανάμεσα στους ταξιδιώτες. Δίπλα του μιλούσαν πορτογαλικά. Σηκώθηκε και κοίταξε το βιολεντζέλο του. Ακουμπισμένο στον ξύλινο πάγκο χόρευε στο ρυθμό του ανέμου. Το ταξίδι για τη Βραζιλία ήταν σχετικά ήρεμο μέχρι τότε. Άρχισε να ανεβαίνει την σκάλα όταν η φωνή του σερβιτόρου τον σταμάτησε: «SignorToscanini, forsesaràpericoloso!»1 Δεν ήταν η πρώτη φοράπου ο ευγενικός Ιταλός συμβούλευε τον Αρτούρο για να τον προστατέψει. Τις τελευταίες επτά μέρες στη θάλασσα δεν γνώριζε αν η συμπάθειά του γέρο -Παρμιτζιάνο προερχόταν από την ίδια του την παρουσία στο καράβι ή από την κοινή τους καταγωγή.
Μόλις πάτησε το πόδι του στο κατάστρωμα αλμυρές σταγόνες τον χτύπησαν με φόρα. Λυτρωτικό θαλασσινό νερό. Άρχισε να ζαλίζεται περισσότερο μα έμοιαζε να μην τον ενοχλεί το ίδιο. Τα κύματα υψώνονταν αφρίζοντας, έσβηναν στο νερό και πίσω τους γεννιόντουσαν νέα πιο δυνατά και πιο ψηλά. Η βροχή των κυμάτων έλουζε το καράβι. Όλο και πιο ορμητικά σπάγανε στο κατάστρωμα και το πλημμύριζαν.
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Διαβάστε δωρεάν βιβλία στο διαδίκτυο από την “Ανοικτή Βιβλιοθήκη”” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”8948″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Ο Αρτούρο ένιωσε κάθε προηγούμενη ανησυχία να υποχωρεί. Το ταξίδι στην Αμερική, η θέση του στην ορχήστρα, το αβέβαιο μέλλον. Ένα τεράστιοκύμα ορθώθηκε μπροστά στο καράβι. Για μια στιγμή ο κόσμος σταμάτησε να γυρνά. Από την πελώρια αφρισμένη καμπύλη ήχησε η κραυγή της Ιζόλδης.
Softly and gently
how he smiles,
how his eyes
fondly open
—do you see, friends?
do you not see?
how he shines
ever brighter.
Star-haloed
risinghigher
Do you not see?2
Το κύμα θρυμματίστηκε καθώς τα χέρια του Αρτούρο υψωμένα το υποδέχτηκαν και άρχισαν να κινούνται φρενιασμένα και ευλύγιστα διευθύνοντας το Liebestod˟, την άρια της Αγάπης και του Θανάτου…

Σαν του πρωινού τη λάμψη
σήμερα φανερώνεται
όλη η ζωή μου.
Αρακίντα Μοριτάκε
Είχαν όλοι μαζευτεί γύρω του. Ναυτικοί που γύριζαν στις απέραντες θάλασσες, ψαράδες με χέρια τραχιά από τα σκοινιά των διχτυών, μούτσοι με ηλιοκαμένα πρόσωπα και πόδια γερά συνηθισμένα να στεριώνουν σε ξύλινα κατάρτια. Στη μέση ο γέρο καπετάνιος με μάτια πονεμένα τους κοιτούσε και τους είπε:
« Όσο και αν σε μαύρη θάλασσα και ανταριασμένο ουρανό η καρδιά μου γυρίζει με την είδηση του θανάτου της ξανθιάς μου πριγκίπισσας δεν είναι ο πόνος μου καινούργιος. Το’ ξερα από τότε, το’δα με τα μάτια του νέου που ήμουνα καθώς το τρικάταρτό μας πλησίαζε τα βράχια της Κορνουάλης.
Ταξιδεύαμε σε νηνεμία και νύχτα ασέληνη για καιρό. Όταν κοντεύαμε το κάστρο και τον άρχοντά μας το Μάρκο,η θάλασσα αγρίεψε. Τα κύματα φούσκωναν όλο και περισσότερο. Η Ιζόλδη, ακίνητη κορμοστασιά και λυγερή, ζητούσε να δει αν φαίνεται η γη της νέας της πατρίδας. Στα πρώτα σημάδια στεριάς θα τέλειωνε το όνειρο της μεγάλης της αγάπης.Κι ήλπιζε, το πίστευα, να μην φτάσουν ποτέ στην ακτή.
Και γίνηκε μεγάλος χαλασμός το τελευταίο βράδυ∙ μα όσο κι αν την παρακαλούσε η γλυκιά της παραμάνα και εγώ ο γνώστης, ο ταξιδευτής εκείνη δε σκιαζόταν τα κύματα. Και την κοιτούσαμε όλοι λευκοφορεμένη, φως μεσ’ το σκοτάδι της νυχτιάς,να στέκει εκεί στην πρύμνη. Και όταν το κύμα υψώθηκε ψηλό, τρομακτικό και βίαιο και έπεσε καταπάνω μας, οι πρώτοι βράχοι της Κορνουάλης φάνηκαν.
Τότε, στράφηκε σε εμάς και σαν από όνειρο βγαλμένη αναρωτήθηκε γιατί είχε ξυπνήσει…»
Καθώς βγαίνει ο ήλιος
λιοκαμένα πρόσωπα ψαράδων
ανάμεσα στις άσπρες παπαρούνες.
Ματσούο Μπασό 3
Δεν ήταν ούτε δέκα οι μέρες που τους ακολουθούσε στα ανοιχτά. Στην πραγματικότητα δεν ψάρευε ακόμη. Ξεκινούσαν οι βάρκες όλες μαζί και έτρεχε να προλάβει, να ανέβει, να βοηθήσει, να μάθει. Από την πρώτη κιόλας ψαριά ο Ακεμί4 λαχταρούσε να ξαναδεί τα δίχτυα γεμάτα με κόκκινα ψάρια που χορεύουν αποχαιρετώντας τη θάλασσα. Όσο πιο γεμάτα γύριζαν τα καλάθια με σολωμούς στο χωριό τόσο περισσότερη δουλειά για τη μητέρα και τις αδερφές του. Ο Κάι Σένσεϊ5ευλογούσε την πλούσια μέρα και τον κοιτούσε σαν να είχε και εκείνος ένα κομμάτι επιτυχίας.
Εκείνο το πρωί γύρισε και κοίταξε το Φούτζι καθώς η βάρκα τους έπλεεκαι οι ψαράδες ακόμη ξεμούδιαζαν από το σάκε και τα τραγούδια της νύχτας. Προσευχήθηκε στο ιερό βουνό και φαντάστηκε εκεί ανάμεσα στα βράχια τα yamanokami6να κρυφογελούν και να τον χαιρετούν.
Το βουνό φαινόταν τόσο καθαρά, κρυστάλλινο, ακίνητο, θεϊκό. Ο ουρανός το τύλιγε με τη λευκάδα του. Ένα χελιδόνι ακόυμπησε σχεδόν το καπέλο του και με τις μαύρες φτερούγες του ανοιχτές χάθηκε γρήγορα. Πίσω του η θάλασσα ρίγησε. Άνεμος σηκώθηκε και άρχισε να μοιράζει το λευκό του ουρανού στην άκρη των κυμάτων που όλο και φούσκωναν. Η καταιγίδα ήρθε από την άκρη του κόσμου ξαφνικά και ορμητικά όπως έρχονται τα μυστικά αναπάντεχα, χωρίς γυρισμό. Φαινόταν πως θα κρατήσει για πάντα. Ο Ακεμί πιανόταν γερά από την ξύλινη βάρκα όταν ένα πελώριο, αρπακτικό κύμαυψώθηκε μπροστά τους καταπίνοντας το τελευταίο φως. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε το ιερό βουνό για τελευταία φορά…….
To 1988 κάνει την πρεμιέρα της στο φεστιβαλ κινηματογράφου της Βενετίας η ταινία του Φράνκο Τζεφιρέλι, «ilgiovaneToscanini».OΤόμας Πάουελ υποδύεται το νεαρό Τοσκανίνι όταν εκείνος το 1886 ταξιδεύει στη Βραζιλία. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Ρίο ντε Τζανέιροκαι περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν τον Αρτούρο Τοσκανίνι να διευθύνει την ορχήστρα για πρώτη φορά ερμηνεύοντας την όπερα Αΐντατου Τζιουζέπε Βέρντι και τη γνωριμία του με την ερωμένη του αυτοκράτορα Ντον ΠέντροII, την οποία υποδύεται η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, τη γυναίκα που πάλεψε για την χειραφέτηση των σκλάβων εκείνη την εποχή.
Ο Τοσκανίνι θεωρείται ο αρτιότερος ερμηνευτής των έργων του Βέρντι και του Βάγκνερ. Ο Ιταλός βιολοντσελίστας ήταν τελειομανής, με μια εκπληκτική φωτογραφική μνήμη. Μπορούσε, άλλωστε, να διευθύνει χωρίς παρτιτούρα.Η ικανότητά του και ο περφεξιονισμός του τον οδηγούν να διευθύνει το 1898 τη σκάλα του Μιλάνου. Καλλιτεχνικός διευθυντής στο Μιλανέζικο θέατρο θα εισάγει στην όπερα καθοριστικές αλλαγές. Τα φώτα της σάλας του θεάτρου θα κλείνουν κατά τη διάρκειατης παράστασης, οι κυρίες δε θα φορούν τα καπέλα τους, οι πόρτες δε θα ανοίγουν για τους καθυστερημένους θεατές.
Ήταν στη σκάλα του Μιλάνο στις 29 Δεκεμβρίου του 1900 όταν ο Τοσκανίνι διήθυνε την όπερα του Βάγκνερ«Τριστάνος και Ιζόλδη» σε μετάφραση του λιμπρέτο από τους Μπόιτο και Τζαναρντίνι. Το λιμπρέτο της όπερας είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Ρίχαρντ Βάγκνερ και βασίζεται στον μεσαιωνικό ιπποτικό μύθο του Τριστάνου και της Ιζόλδης όπως αποτυπώνεται στο ποίημα του Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ. Το ποίημα έχει τις ρίζες του στις μουσικές ιστορίες των τροβαδούρων του 12ου αιώνα.
Ο Γερμανικός ρομαντισμός βρίσκει την αριστουργηματική του έκφραση στην όπερα του Βάγκνερ. Η σύνθεση θεωρείται σταθμός στη μοντέρνα μουσική γιατί απομακρύνεται από την παραδοσιακή χρήση της αρμονίας. Η όπερα κλείνει με το Liebestod, το τραγούδι της Αγάπης και του Θανάτου, μια από τις ομορφότερες άριες στην ιστορία της μουσικής.
Σύμφωνα με τον ποιητικό μύθο του μεσαίωνα ο Τριστάνος, ανηψιός του βασιλιά Μάρκου της Κορνουάλης, γενναίος ήρωας και σωτήρας του λαού του, αναλαμβάνει να μεταφέρει την πριγκίπισσα Ιζόλδη στην Αγγλία για να παντρευτεί τον βασιλιά θείο του. Ο Τριστάνος όμως και η Ιζόλδη ερωτεύονται και στην προσπάθειά τους να μην το φανερώσουν αποφασίζουν να πιούνε το φαρμάκι του θανάτου.Η υπηρέτρια της Ιζόλδης όμως αντικαθιστά το ποτό με το φίλτρο του έρωτα. Ο έρωτας, η αφοσίωση, η απιστία, το καθήκον, η αυταπάρνηση και το όνειρο μπλέκονται στο μύθο για να καταλήξουν στον ταυτόχρονο θάνατο των ηρώων αλλά και στην εξύψωση της αιώνιας απόλυτης αγάπης πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα στη σφαίρα του ανέφικτου και του παντοτινού.
Η πρεμιέρα της όπερας του Βάγκνερ έγινε στο Μόναχο στις 10 Ιουνίου του 1865. Τριαντατέσσερα χρόνια πριν, το 1831 δημοσιεύονται στην Ιαπωνία «Οι τριανταέξι όψεις του όρους Φούτζι». Το ιερό βουνό αποτελεί το κεντρικό θέμα μιας σειρά ξυλογραφιών του Κατσουσίκα Χοκουσάι. Ο Χοκουσάι θα παρουσιάσει το Φούτζι άλλοτε μετωπικά και με αυστηρή λιτότητα σύμφωνα με την ιαπωνική αισθητική και άλλοτε σε δεύτερο πλάνο εφαρμόζοντας τους κανόνες της δυτικής προοπτικής. Σε πρώτο πλάνο σκηνές ανθρώπινης δραστηριότητας, ζώα, φυτά και σχεδόν πάντα το στοιχείο του νερού. Ποτάμια, λίμνες, θάλασσα. Το ιδεόγραμμα άλλωστε που δηλώνει τη φύση στα ιαπωνικά αποτελείται από δύο έννοιες, το βουνό και το ποτάμι (sansui).Τoμπλε αυτό του υγρού στοιχείου στις ιαπωνικές στάμπες εισάγεται από την Ολλανδία. Με αυτό το ευρωπαϊκό μπλε γίνονται τα περιγράμματα των σχεδίων, η θάλασσα, τα ποτάμια και ο ουρανός.
Ο Χοκουσάι με αυτό το μπλε και με εικόνες της φύσης θα δημιουργήσει εκ νέου το κίνημα ukiyo-e.Το θέμα πλέον είναι σκηνές από τη φύση και όχι στιγμιότυπα της αστικής ζωής ή του θεάτρου Καμπούκι. Οι ιαπωνικές στάμπες ukiyo-e, που σημαίνει εικόνες του ρευστού κόσμου, συλλαμβάνουν φευγαλέες στιγμές, αλλαγές της φύσης μοναδικές και πεπερασμένες. Το Φούτζι του Χοκουσάι θα αποτυπωθεί σε ομίχλη, με βροχή, χιόνι, καταιγίδα, φως.
Η προσέγγιση αυτή της εικόνας από την ιαπωνική αντίληψη θα επηρεάσει βαθιά τους ιμπρεσιονιστές, το ευρωπαϊκό κίνημα που θα θελήσει με τη σειρά του να αιχμαλωτίσει τη στιγμή, την προσωπική εμπειρία, την εντύπωση, το φευγαλέο μέσα από μια σειρά εξαιρετικών έργων ζωγραφικής. Ο Μονέ, ο Ντεγκά, ο Ριβιέρ και ο μοναδικός Βαν Γκογκ θα συμβάλλουν με τα έργα τους στην άνθηση του Ιαπωνισμού τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη. Μια σειρά έργων όπως «Oκαθεδρικός ναός της Ρουέν» του Κλοντ Μονέ τη δεκαετία του 1890 θα σφραγίσει την απόπειρα της ευρωπαϊκής τέχνης να παγώσει και να αναδείξει τη στιγμή αλλά και το φευγαλέο του χρόνου και της ζωής.
Το έργο με τη μεγαλύτερη επιρροή από τις ξυλογραφίες του Χοκουσάι είναι το «Κάτω από το κύμα στα ανοιχτά της Καναγκάουα» ή όπως είναι γνωστό «Το μεγάλο κύμα». Αφρισμένο και απειλητικό ένα πελώριο κύμα μοιάζει έτοιμο να γραπώσει με τα μυτερά του νύχια τους ψαράδες που βρέθηκαν στη δίνη της άγριας καταιγίδας. Πίσω, αμέτοχο, γαλήνιο το ιερό βουνό Φούτζι. Φαίνεται τόσο μακρινό και μικρό κι’ όμως δεν διακρίνεται καμία αμφισβήτηση για τη μοναδική του αξία στον ιαπωνικό κόσμο. Η σκοτεινή, οργισμένη δύναμη της θάλασσας σε αντίθεση με την γαλήνια, αιώνια δύναμη του ανοιχτόχρωμου ουρανού. Φόβος κα ηρεμία, ένταση και πραότητα. Μέσα σε αυτήν την αντίθεση ο άνθρωπος παραδίδεται στο αναπόφευκτο πεπρωμένο.
Μιαφευγαλέα στιγμή του ρευστού κόσμου είτε ο Αρτούρο Τοσκανίνι διευθύνει τα κύματα του Ατλαντικού, είτε η Ιζόλδη πλέει προς τις ακτές της Κορνουάλης είτε ένα πελώριο κύμα καταπίνει τους ψαράδες μπροστά στο ιερό βουνό Φούτζι.
1.‘’SignorToscanini, forsesaràpericoloso!’’: ‘’Κύριε Τοσκανίνι, ίσως είναι επικίνδυνο!’’.
2.
Mild und leise
wie er lächelt,
wie das Auge
hold er öffnet —
Sehtihr’s, Freunde?
Sähtihr’snicht?
Immerlichter
wie er leuchtet,
stern-umstrahlet
hochsichhebt?
Sehtihr’snicht?
Liebestod (libretto)
- ΜατσούοΜπασό: 1644-1694, μεγάλος δάσκαλος του Χαϊκού, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της Ιαπωνίας.
4.Ακέμι: Ομορφιά νωρίς το πρωί.
5.Κάι: θάλασσα
Σένσεϊ: δάσκαλος
- yamanokami : τα πνεύματα του όρους, θεότητες που κατοικούσαν στην κορυφή και τις πλαγιές του Φούτζι.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Χοκουσάι, Οι τριανταέξι όψεις του όρους Φούτζι, YocelynBouquillard, εκδόσεις Άγρα.
- Χαϊκού και Σένριου, Γιαπωνέζικα τρίστιχα, εκδόσεις Καστανιώτη.
- Τριστάνος και Ιζόλδη. Μια ιστορία των γλάρων. Μάνος Κοντολέων, εκδόσεις Πατάκη.
- Λεξικό εικαστικών τεχνών, ΧέρμπερντΡιντ, εκδόσεις υποδομή.
˟Youtube:
- Birgit Nilsson-Liebestod
- Arturo Toscanini conducts Wagner Tristan und Isolde Prelude & Isolde liebestod
Ταινίες:
- Il giovane Toscanini, Franco Zeffirelli, 1988
- Tristan + Isolde, Kevin Reynolds, 2006
