Ο Γεώργιος Βιζυηνός και η αυθεντική ελληνική ενότητα. Σχολιασμοί και σκέψεις για μια ξεχωριστή έκδοση.
Μια σημαντική μελέτη για τη ζωή και το έργο του Θρακιώτη δημιουργού Γ. Μ. Βιζυηνού (1849-1896) μας παρουσιάζει στην έκδοση αυτή ο φιλόλογος, συγγραφέας και ποιητής, Θανάσης Μουσόπουλος.
Μια πλούσια σειρά από εργασίες που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, ακούστηκαν σε διαλέξεις, αφιερώματα, ραδιοφωνικές εκπομπές, μέσα στο διάστημα των πενήντα χρόνων από το ξεκίνημά τους και που ελάχιστα από τον πλούτο αυτό μπορούμε να υπογραμμίσουμε στο σύντομο σχολιασμό μας.
Στόχος της έκδοσης η συσσωμάτωσή τους στον καλαίσθητο αυτόν τόμο, ώστε όλες μαζί να αποκαλύψουν την κρυφή γοητεία του έργου του Βιζυηνού, αλλά και την πολύπλευρη προσωπικότητά του ως συγγραφέα, ποιητή, φιλοσόφου, επιστήμονα, πρωτοπόρου λαογράφου και δημοτικιστή.
Θεματολογία πλούσια που βοηθάει τον αναγνώστη, να γνωρίσει ολοκληρωμένα τα έργα και τις ημέρες του «πολύτροπου» αλλά παρεξηγημένου Θρακιώτη δημιουργού, του «πονεμένου της Βιζύης», που το όνομά του δεσπόζει στη θρακιώτικη λογοτεχνία, ξεχωρίζει ανάμεσα στους σημαντικότερους διηγηματογράφους της γενιάς του 1880, που με τα ψυχογραφήματά του, τα εμποτισμένα με πλούσιες λαογραφικές καταγραφές, κέρδισε μια πρωτοποριακή θέση στα νεοελληνικά γράμματα.
Η κριτική και μετα-ποιητική ματιά του συγγραφέα, μαζί με άλλες σκέψεις και σχόλια πολλών καταξιωμένων συγγραφέων που έσκυψαν με αγάπη πάνω στο έργο του Βιζυηνού (Κ. Παλαμά, Αγγ. Σικελιανού, Γ. Βαλέτα, Πολ. Παπαχριστοδούλου, Στ. Ιωαννίδη, Κ. Θρακιώτη, Κ. Μαμώνη, Μ. Ξηρέα, Κ. Παπαθανάση- Μουσιοπούλου, Β. Αθανασόπουλου, Π. Μουλλά κ.ά), μας παροτρύνει να σκύψουμε ακόμη περισσότερο πάνω σ’ ένα μνημείο λόγου σημαντικό για τη Θράκη, αλλά και για ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.
Όλα τα κείμενα της έκδοσης, μικρές ή μεγαλύτερες έρευνες στο έργο του Βιζυηνού, πιστεύω πως έχουν επάνω τους μια ξεχωριστή σφραγίδα: τη λατρευτική σχέση του συγγραφέα με τη λογοτεχνία του τόπου του, του χώρου γενικότερα της ενιαίας Θράκης που μέσα στο έργο του Βιζυηνού αντανακλάται, φωτίζοντας τα ηθογραφικά και λαογραφικά της στοιχεία, τις ρίζες και τις πλούσιες παραδόσεις της, τη γλώσσα, τις βαθιές καταβολές της θρακιώτικης ψυχής, όπως μέσα από προσωπικά βιώματα ο Βιζυηνός καταγράφει.

«Μέσα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα τοποθετείται η πνευματική παρουσία του Γ.Μ. Βιζυηνού», σημειώνει ο συγγραφέας, ενώ παράλληλα με τη ζωή ,το έργο, τις κριτικές σημειώσεις ,τα αποσπάσματα των έργων, τις μεταφορές στη νεοελληνική, από τον ίδιο, ορισμένων έργων του Βιζυηνού, γίνονται αναφορές και στην ιστορία του πρώτου νεοελληνικού κράτους (1821 και μετά), στα προβλήματα του πολιτικού, οικονομικού και πολιτιστικού τομέα, όπου η αναζήτηση ενός βαθύτερου εθνικού χαρακτήρα, της παράδοσης και κυρίως της γλώσσας, κυριαρχούν.
Σημαντικές επίσης πληροφορίες και κρίσεις του Βιζυηνού για τη ζωή στην Αθήνα του 1873-84, χρονιές που ο Βιζυηνός έμεινε εκεί, βρίσκουμε, τονίζει ο συγγραφέας, στα διηγήματα «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως»,1813, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας»,1884, «Η Πρωτομαγιά»,1884. Μέσα από σύντομα αποσπάσματα των έργων, μας μεταφέρει στο κατεστημένο της εποχής και στα προβλήματά της που ο Βιζυηνός αρνητικά σχολιάζει, όπως και παρατηρήσεις και συγκρίσεις για το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα και στη Γερμανία όπου έζησε και σπούδασε.
«Ο Βιζυηνός», μας πληροφορεί ο συγγραφέας, «κουβαλώντας πολλά στοιχεία από τη Θράκη, από την Κύπρο, από την Πόλη και το Φανάρι, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία, έφερε στην Ελλάδα την επιστημονική ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τη φιλολογία της Ευρώπης του 19ου αιώνα». Ωστόσο «το πανεπιστημιακό κατεστημένο δεν αποδέχτηκε την επιστημοσύνη και τις νεωτερικές ιδέες. Γενικά, θα λέγαμε, ήταν εξωσυστημικός και πρόσφυγας/ ξένος», ο Aνατολίτης που ήρθε από τη Δύση, όπως σημείωνε ο Παναγιώτης Μουλλάς.
Στα αξιόλογα κεφάλαια «Ο Κωστής Παλαμάς για τον Γ. Βιζυηνό» και «ο Άγγελος Σικελιανός για τον Γ. Βιζυηνό» σημειώνει: «Πρώτος ο Κωστής Παλαμάς εντάσσει το σύνολο του Βιζυηνού έργου στη γενιά του 1880, της οποίας προεξάρχει ο ίδιος ο Παλαμάς, και αναγνωρίζει τη θέση του Βιζυηνού στα νεοελληνικά γράμματα, για τη νέα αντίληψη της ιδέας και τη νέα αντίληψη της γλώσσας. Τα κείμενα του Παλαμά γραμμένα από το1892 έως το 1934, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην προσέγγιση του συνόλου του έργου του Βιζυηνού».
«Ο Άγγελος Σικελιανός είναι μετά τον Κωστή Παλαμά ο πρώτος που, στα μέσα του 20ου αιώνα μας αποκαλύπτει τον Βιζυηνό. Αναζητά τις ρίζες του Βιζυηνού και του Έθνους και τις βρίσκει στην απώτερη πνευματική παράδοση της Θράκης, στον Διόνυσο και στον Ορφέα που επιβιώνουν τα έθιμά της».
Στο κεφάλαιο «Το ψυχιατρικό και εκπαιδευτικό σύστημα», ο Μουσόπουλος αναφέρεται στις σπουδές του Βιζυηνού πάνω στην Ψυχοφυσιολογία και στη διδακτορική του διατριβή για «Το παιχνίδι υπό έποψιν ψυχολογική και παιδαγωγικήν» που ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και της Γοτίγγης, κοντά σε σημαντικούς δασκάλους μαθήτευσε και έγραψε. Τα κείμενά του «Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω» κινούνται στο κέντρο αυτού του προβληματισμού.
Φιλόσοφος ή φιλόλογος ο Βιζυηνός; Θετικός επιστήμονας ή ρομαντικός λογοτέχνης; αναρωτιέται στο επόμενο κείμενό του ο συγγραφέας, με τίτλο «Αέναη συναίρεση αντιθέτων στο έργο του Γ. Βιζυηνού και «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον».Οι σπουδές του στην Ψυχολογία και τη Φιλοσοφία έρχονται σε αντίθεση με τη λογοτεχνική του ευαισθησία. « Ο ίδιος ο Βιζυηνός μέσα από το έργο του, δίνει τη δική του απάντηση, μια αέναη δυναμική ισορροπία, σύνθεση αντιθέτων κατά τους Προσωκρατικούς».
Τις δύο βασικές αντιθέσεις μεταξύ πραγματικού και φανταστικού εκτός από «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον» που ο Παλαμάς το χαρακτήρισε «ονειρόδραμα», συναντούμε επίσης και στα δύο εξαιρετικά κείμενά του «Πρωτομαγιά» γραμμένο μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, όπου εκεί διαφαίνεται ο Βιζυηνός ως λαογράφος και ποιητής, και στο «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα»,όπου ξεχωρίζει ο Βιζυηνός ως φιλόλογος.
«Όπως ήταν η ζωή, έτσι είναι και το έργο του Γ. Βιζυηνού. Ένα πείραμα με την ύπαρξη, που έσπασε και απορροφήθηκε στο απόλυτο του θανάτου, κι ανάδυσε την απόλυτη ζωή της Τέχνης», σημειώνει ο συγγραφέας.
Ο ίδιος ο Βιζυηνός στο «Ψυχολογικαί Μελέται επί του Καλού», γράφει : «Ουδεμία τέχνη δύναται να δηλώσει την εαυτής παρουσίαν άλλως, ει μη δια των έργων της». Τραγική ειρωνεία της ζωής του η κατάληξή του στο Δρομοκαϊτειο ψυχιατρείο στις 14 Απριλίου του1892 από όπου βγήκε νεκρός στις 15 Απριλίου του 1896. Η ίδια η ζωή και ο παραλογισμός της μπλέκεται στο έργο του, επιβεβαιώνοντας την αλήθεια των λόγων και της Τέχνης του.
Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως ένα σημαντικό και αγνοημένο κείμενο, με τίτλο «Πρωτομαγιά», γραμμένο στην καθαρεύουσα με τους διαλόγους του στη θρακιώτικη ντοπιολαλιά, εμπλουτισμένο με έθιμα και τραγούδια της Πρωτομαγιάς, μας το μεταφέρει στη νεοελληνική γλώσσα ολόκληρο εδώ, ο Θανάσης Μουσόπουλος, καθώς και το «Οι Καλόγεροι και η Λατρεία του Διονύσου στη Θράκη», ένα κορυφαίο κείμενο του Βιζυηνού με εξέχουσα θέση στην Παγκόσμια βιβλιογραφία, σχολιασμένο από κορυφαίους ξένους επιστήμονες, για τη σχέση πολιτισμού της Θράκης με το απώτατο παρελθόν.
Μια σχολαστική έρευνα για τον πολύπλευρο Βιζυηνό, με πλούσια βιβλιογραφία, κείμενα και σχολιασμούς δικούς του, πολλές κριτικές, εργασίες και απόψεις άλλων σπουδαίων Ελλήνων συγγραφέων, αφιερώματα σε περιοδικά, όπως και παρουσιάσεις πέντε πρόσφατων βιβλίων για τον Βιζυηνό, μας παρουσιάζει στην πολύ αξιόλογη αυτή έκδοση, ο Θανάσης Μουσόπουλος, καρπό ενός πολύχρονου μόχθου, μια πολυεπίπεδη προσέγγιση χρήσιμη για φιλολόγους και απλούς αναγνώστες, ενώ στο κείμενό του «ο Βιζυηνός κι εμείς» πλανάται το αγωνιώδες ερώτημα: Τι σηματοδοτεί στις μέρες μας το έργο του Βιζυηνού;
Ακούμε σήμερα το συνολικό λόγο του Βιζυηνού ή αρκούμαστε μόνο στο λογοτεχνικό μέρος αυτού, λησμονώντας τη συνολική πνευματική του παρουσία; Εδώ και δεκαετίες, σημειώνει, αρκετοί ερευνητές και ερευνήτριες υποστηρίζουν ότι πρέπει να εκδοθούν τα Άπαντα του Βιζυηνού, για να αξιολογηθεί το έργο του μεγάλου Θρακιώτη δημιουργού συνολικά και επί μέρους.
Ο Βιζυηνός, ως αισθητικός, ως πεζογράφος και ποιητής, ως πρωτοπόρος λαογράφος και δημοτικιστής, ως καινοτόμος φιλόσοφος και επιστήμονας και ως φιλόλογος, σκιαγραφείται μέσα στα κείμενα αυτά, με την ελπίδα και τη σκέψη του συγγραφέα πως αυτό που σώζει τη λογοτεχνία και την παράδοσή μας, είναι η διαρκής επιστροφή, η διαρκής αναγνωστική μας προσέγγιση στα κείμενα των μεγάλων μας δημιουργών, στη μοναδική αυτή πολιτιστική και πνευματική μας κληρονομιά.