Κοιτάς στο βάθος,
βλέπεις σκοτάδι
κι όχι το μέλλον.
Εκτός και αν,
αυτά τα δύο,
ταυτίζονται.
Κοιτάς το ρολόι,
βλέπεις τον χρόνο που χάθηκε,
κι όχι τον χρόνο που τρέχει.
Το δρομολόγιο
έχει φύγει καιρό τώρα.
Κοιτάς τα πεπραγμένα.
Χαμένες ευκαιρίες,
λίστα ατέλειωτη,
λάθη ανεπανόρθωτα.
Σε καλούν
στο τηλέφωνο.
Δεν είναι από ενδιαφέρον,
μα κάποια ακόμη υποχρέωση.
Κι εδώ ακόμη,
αυτοεξόριστος,
δεν έχεις ησυχία.
Ονειρεύεσαι
ένα τηλέφωνο σπασμένο,
τον τόπο σου,
το χωριό,
κλειστά παντζούρια
και τα σύνεργα
που φυλάς στην αποθήκη.
-“Σταματήστε να κατέβω!”-
(Αθήνα, 22/6/2025)
